παιχνίδια του φωτός

Unknown.jpeg

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

Παιχνίδια φωτός

Λαμπύριζε το φως σε ηλιακούς θερμοσίφωνες.
Μια γραμμή από Υμμητό και Πεντέλη πλαισίωνε το τοπίο

συνωστίζονταν οι δικηγόροι και οι πελάτες τους
στο Θέμιδος Μέλαθρον

στην Λαική αγορά έμποροι και παραγωγοί
διαλαλούσαν τα προιόντα τους

Αλεξάνδρας, Βασιλίσσης Σοφίας

και οι γύρω δρόμοι κλειστοί.

Είχαν συνάντηση στο Ζάππειο
οι υψηλοί καλεσμένοι της Ενωσης.

Τα παιδιά που πεινούσαν
μέσα σε κλειστά διαμερίσματα
ούτε φαινόντουσαν ούτε ακουγόντουσαν.

Ερήμην τους λάμβαναν χώρα
τα παιχνίδια του φωτός
και της εξουσίας.

2014

παυσίλυπον

FEMME-QUI-ECRIT_roux.jpg

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

Άφησα το ήσυχο καφέ για ένα πιο φασαριόζικο. Υπάρχουν μέρες που η ησυχία είναι πιο εκκωφαντική και απο τη φασαρία ένος πολυσύχναστου καφέ.

Κάθομαι στην μπάρα ενώ τα γκαρσόνια γύρω μου δουλεύουν πυρετωδώς.

Ακούγονται γυαλιά που τσουγκρίζουν, κοκτέηλ που χτυπιούνται, παραγγελίες που εκτελούνται , δίσκοι που φορτώνονται.

Το δρολάπι ανάγκασε τους τουρίστες να αναζητήσουν καταφύγιο στα γύρω καφέ.

Ο Σεν βρέχεται, οι δρόμοι βρέχονται, οι τουρίστες βρέχονται, τα λευκά νυφικά των κινέζων νυφών βρέχονται κι αυτά, η le monde πάνω στο πάγκο έχει για τίτλο τον παγκόσμιο συναγερμό για τον υψηλό κίνδυνο της παγκόσμιας κυβερνοεπίθεσης.

μια κοπέλα πλάι μου γράφει. σηκώνει το κέφαλι για μια στιγμή και μου μιλάει

<<από το πρωί  μια λύπη έχει κολλήσει πάνω μου και δεν ξεκολλάει όσο και αν προσπαθώ να την απομακρύνω. κι οι λέξεις λυγίζουν. Δεν την πείθουν όσο και αν αποπειρώνται να συνδιαλλαγούν μαζί της. Μάζεψε τα και φύγε, της φωνάζουν αλλά εκείνη επιμένει σαν βδέλα να μοιράζεται το αίμα μου. Δεν σε θέλω για παρέα, της φωνάζω. Αλλά εκείνη πίνει από τον καφέ μου σαν να είναι δικός της. Διαβάζω τα φρέσκα ποιήματά του και για μια στιγμή το αίμα μου ξαναγίνεται βαθύ κόκκινο, τα αιμοσφαίρια παράγουν άφθονα αιμοπετάλια και η θλίψη αναδιπλώνεται. Αλλά κρατάει λίγο. Το πένθος δεν είναι παροδικό. Το πένθος είνα μόνιμο όπως το πάθος. δεν αλλάζει. Μονο που με τα χρόνια του βάζουμε χρώμα. Τα φτιάχνουμε με τις λέξεις και γίνονται οι αγαπημένες στη θέση της αγαπημένης. Και γίνονται οι αγαπημένοι στη θέση του αγαπημένου. Δεν συμφωνείτε; >>με ρωτάει.κουνάω το κεφάλι μου. της δείχνω ότι δεν καταλαβαίνω τι μου λέει και εκείνη τότε συνεχίζει να μιλάει μόνη της

<<Μπαίνουν πανικόβλητοι οι ποιητές στη γλώσσα όπως οι βομβαρδισμένοι τρέχουν στα καταφύγια. Και εκεί μέσα στο αμπρί της γλώσσας αναζητούν μια θέση να σταθούν. Ενα καρφί να κρεμάσουν την  ύπαρξή τους. >>

κοίταζω έξω. η βροχή σταμάτησε. βγήκε ο ήλιος. της τον δείχνω. θέλετε να περπατήσουμε;

όχι μου λέει. θα μείνω εδώ . εγώ γράφω, μου λέει.

Την χαιρέτησα και βγήκα.

Παρίσι, 29/6/2017

 

 

 

ερωτευμένα σύννεφα Ι

galatea-of-the-spheres

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων μπλέκονται μεταξύ τους όπως τα πόδια των νεαρών εραστών τα χέρια τα δάκτυλα τα σάλια οι γλώσσες χίλιες γλώσσες σαράντα πόδια και εξήνταεπτά θηλές ανεξάντλητες εσοχές εξοχές λόχμες κόλποι νησίδες εισχωρούν και εισχωρούνται διεισδύουν το ένα στο άλλο αδιάκοπα ξενυχτούν θηλάζουν το ένα τις θηλές του άλλου δεν διακόπτουν ούτε για φαγητό τρέφεται το ένα από το αίμα του άλλου κολυμπάνε με απλωτές στους αμαζόνιους του δικού τους ιδρώτα ο ένας μέσα στη θάλασσα του άλλου βυθίζονται και να τους πάλι να σερφάρουν στην ράχη των κυμάτων τους. τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων είναι σώματα που δεν ησυχάζουν μετά τον οργασμό αλλά το ένα γεννάει διαρκώς το άλλο και είναι συνάμα εραστές και γεννήτορες φωνάζονται μαμά λατρεμένε τέρας μοναδικέ μπαμπά αγαπημένη κρεμμυδάκι γουρούνι κτήνος σφαγιάζονται δέκα χιλιάδες φόνοι την ημέρα τελούνται με τους πλέον αποτρόπαιους τρόπους κομματιάζονται διασύρονται σύρονται μόνα τους τα κομμάτια ξαναζωντανεύουν αναζητούν το σώμα τους μπερδεύονται τα σώματα πάλι και πάλι και ανατέλλουν τις νύχτες κεφάλια σαν λερναίες ύδρες. τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων ξενυχτούν και το πρωί δεν έχουν κύκλους στα μάτια αλλά εξορυγμένους βολβούς κοιτάζουν το ένα μέσα από το κενό του άλλου την πόλη με τα φώτα και συνεχίζουν πέρα από την πόλη ατενίζουν μέσα από την νύχτα την μέρα. διαπερνούν το βουνό διακρίνουν έναν ορίζοντα χρόνο και ένα αιώνα τόπο το ενα γονατίζει και προσεύχεται μπρος στο άλλο απομακρύνονται και όλο υπόσχονται πως δεν θα επιστρέψουν σαν δυο βουνά που τα θελε η γεωλογία αλλού το ένα απο το άλλο αλλά με την πρώτη ευκαιρία μόνο ένα απο τα χιλιάδες χέρια αν απλωθεί θα τρέξει το ένα βουνό στο άλλο ανατρέποντας το ανάγλυφο του τοπίου της γης ανακατώνοντας θάλασσες ανατρέποντας την ισορροπία της ίδιας της ποίησης του σύμπαντος κόσμου.

τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων καθεύδουν αγρυπνούν γελούν πεινάνε τρώγονται και αφοδεύουν άλογα που δεν τα συγκρατεί κανένας φόβος κανένας τρόμος κανένα χαλινάρι κανένα προπατορικό αμάρτημα καμιά αδικία καμία αναμονή καμιά προσδοκία. τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων χλευάζουν τα άστρα τα πουλιά και τον ήλιο και τα επισκέπτονται δυο φορές την ημέρα για ένα ζεστό χαιρετισμό όπως θα εκαναν με τη γιαγιά τους ή τον παππού τους που μένουν στο πλαινό διαμέρισμα. τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων αναλαμβάνουν τα κομμένα κεφάλια των ποιητών τις ώρες τους παίρνουν απ΄ το χέρι περπατούν πλάι τους στην αλεξάνδρας στον ήλιο στον άγιο σάββα στο πεδίο του άρεως στο φτερό του δράκου στις πλατεία ομονοίας και μεταξουργείου στην πολιορκία του μεσολογγίου στα σφαγεία των μεγάλων μητροπόλεων και στο κέντρο της αθήνας. τα κείμενα των ερωτευμένων συγγραφέων παράγουν ενέργεια ικανή να δημιουργήσει από την αρχή δίκαιο τον άδικο κόσμο και να δειπνήσει με χέλια ψητά στο αιτωλικό.

ερωτευμένα σύννεφα ΙΙ

 

τα κείμενά μας

είμαστε

πιτσιλισμένα

πάθη στερήσεις

και λυσσαλέα επιθυμία

άρνηση φόβο κι ασφυξία

βιολογικά υγρά

λύμφη

και τραυματισμούς

μόλωπες

και θανάτους καθημερινούς.

Η λιμνη Μελισσάνη κι εσύ

χύνεσαι μέσα της

σαν το νερό στις καταβόθρες

και όλο δροσίζονται τα έγκατα

κι ο πόνος να

συστρέφεται κόκκινος να

λαμπυρίζει τα νερά να

διαθλάται το φως

στους κόλπους της λίμνης

και εκείνη ανατριχιάζει

αχ! το μυστήριο

***

ω μικρή μου λερναία ύδρα

με τα εφτά σου κεφάλια να την θέλεις

και με άλλα τόσα ξίφη

να την αποκεφαλίζεις

***

αράχνη εσύ

κι εγώ το έντομο

που μπλέχτηκε στους

περίτεχνους ιστούς της.

Ω υπέροχή μου τρέλα

***

κλείνω και σ αγκαλιάζω

σ αγκαλιάζω με τα τούβλα τους αρμούς και το τσιμέντο μου

σε σφίγγω και σ αγκαλιάζω

είμαι οι τέσσερις τοίχοι του γραφείου σου.

Χέρια χτισμένα από αγάπη πίστη κι ασφυξία

σε τουτην εδώ τη φράση.

« Ὁ βίος βραχύς,ἡ δὲ τέχνη μακρή,ὁ δὲ καιρὸς ὀξύς,ἡ δὲ πεῖρα σφαλερή,
ἡ δὲ κρίσις χαλεπή>> φευ, μωρό μου.

βροχούλα

2e29bf93be6be6f79a5ec5cb08daa958.jpg

ο καθείς

καθηλωμένος

στην ύλη του

εντός του δωματίου του

εντός του γραφείου του

εντός του σαρκίου του

εντός του άστρου του

εντός του άθω του

τι καλά που βρέχει πάλι

κάποιο θραύσμα

ένα μικρό θαύμα

του καθένα πιθανώς

τρέχει στα ρείθρα

συναντιόμαστε πιθανώς

στους υπονόμους.

Και μετά ποιος ξέρει

μπορεί μια μέρα

στην θα θα

θάλασσα.

Και το μεγάλο

πιθάρι;

Τι καλά που βρέχει πάλι

θα θες θου

θέλω

θα

βρέχει. Πιθάρι

Θάλλω

θάλλω. Μες στην αιθάλη

Καθώς θες.

Τι καλά που βρέχει πάλι

 

οι συγγραφείς η Σώτη και οι ποιητές

images.jpeg

Πράγματι οι συγγραφείς συγγράφουν (όταν εξαντληθεί ή τους εγκαταλείψει για λίγο η έμπνευση το ρίχνουν στην ιστορία όπως η Σώτη, και γράφουν διάπυρα άρθρα, όχι χωρίς φανατισμό . Φυσικά την αγαπάμε βρε. Όπως όλους τους ευαίσθητους ανθρώπους που κυκλοφορούν γύρω μας ντυμένοι σκατζόχοιροι. Και δεν είμαστε υπερ της ποινικοποίησης των απόψεων. Μόνο που παρόμοιος νόμος με αυτόν  βάση του οποίου η Σώτη σύρεται στο δικαστήριο στη Γαλλία εφαρμόζεται εδώ και χρόνια. και βέβαια στην συνέχεια μας τον φόρεσαν. το 2014  αν θυμάμαι καλά. Είναι γνωστό ότι εδώ και χρόνια δεν νομοθετούμε ως χώρα άλλωστε Σώτη μου. Δεν είναι μαρξιστικής έμπνευσης η εν λόγω νομοθεσία. Έτσι δεν είναι;

δεν φταίνε για τα πάντα οι μαρξιστές, διάολε. Ούτε για την κατάντια της Γαλλίας ούτε και της Ελλάδας. Ούτε του κόσμου ολόκληρου θαρρώ.

οι σύγγραφείς λοιπόν συγγράφουν

οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν

οι ψαράδες ψαρεύουν ο Λάνθιμος φτιάχνει ταινίες ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης κυβερνούν την χώρα.. λέμε τώρα../ σιγά μην την κυβερνούν.

και οι ποιητές τι κάνουν οι ποιητές σήμερα; ψήνουν φιλετάκια γαλοπούλας μια φορά την εβδομάδα τις υπόλοιπες τη βγάζουν με φρούτα και ξηρούς καρπούς. κάτι πρέπει να τρώνε κι αυτοί. καθαρίζουν το σπίτι

ψωνίζουν σε λαικές αγορές μετά τις δύο που είναι κατεβασμένες οι τιμές

φτιάχνουν ράφια σε καταστήματα για να τοποθετούν οι άλλοι τα προιόντα τους. τα δικά τους δεν πωλούνται. διδάσκουν μαθήματα σε λύκεια και γυμνάσια

απολαμβάνουν τα έντονα καιρικά φαινόμενα ή ζούνε απο αναπηρική σύνταξη εκτός αν είναι οι άνεργοι του Καρούζου οπότε χαιδεύουν το τίποτα σαν χειροβομβίδα στην τσέπη τους.

επιβιώνουν αγαπητέ οι ποιητές σήμερα. το θεωρούν μεγάλη κατάκτηση. ποιητική. να επιβιώσουν.

Χωρίς να βγάλουν αγκάθια και να πληγώνουν τους πάντες στο πέρασμά τους. Χωρίς να αναπαράγουν τη φρίκη που και οι ίδιοι ζούν. Γυρεύουν το φως κι όταν το βρούν το μοιράζουν όπου μπορούν.

Μια χούφτα λέξεις. Το φως

η Ευλαμπία

images-1.jpeg

Η Ευλαμπία

 

χόρευες μέσα στην πλατεία λωλή μου θεία Ευλαμπία

φορούσες χρώματα τρελά κόκκινα κίτρινα λιλά

και ένα πράσινο καπέλο

και είχες τα μάτια πιο μεγάλα από τα ψάρια μες στην γυάλα

όταν κατέβαινες στη σκάλα σε χαιρετούσαν χερουβείμ

δεν ήσουνα γυναίκα εσύ ήσουν μια θύελλα χρυσή

ήσουν ακτίνα ήσουν φως ήσουν άλω και ροδαμός

ήσουν βελούδο ήσουν μετάξι ήσουν του ονείρου μου η πράξη

χόρευες μέσα στην βροχή και εγώ ορκιζόμουνα μικρή πως θέλω να σου μοιάσω γιατί είχες χέρια από πολύχρωμα φτερά

χείλη πιο κόκκινα από τριαντάφυλλα «δεν είμαι η Νεφερτίτη δεν είμαι η Αφροδίτη εγώ είμαι η Ευλαμπία με την μεγάλη μύτη»

φτερούγιζες την νύχτα με ξέπλεκα μαλλιά να βρίσκουν τα πουλιά να κάνουνε φωλιά λωλή μου θεία Ευλαμπία έφυγες μια μέρα από τον φεγγίτη και ποτέ ξανά δεν γύρισες στο σπίτι,

έκρυψα το πράσινο καπέλο το παλτό και την ομπρέλα για όταν θα γινόμουνα και εγώ κοπέλα .

Τώρα όταν τις νύχτες βγαίνω στην πλατεία τα πουλιά με φωνάζουν Ευλαμπία.