λουλούδια

μοίρασα σε βάζα τα λουλούδια

είκοσι πέντε κόκκινα τριαντάφυλλα

και είπα να

η ποίηση σου επιστρέφει

σιγά σιγά όσα της έδωσες

μέρα την μέρα κι απο κάτι

η ποίηση αγαπάει το πραγματικό

όπως το αίμα τη ζωή

κόκκινο

σαν τα τριαντάφυλλα που απέστειλε ο ανώνυμος θαυμαστής της

ευτυχεί η ποίηση όταν μια μέρα διασταυρωθεί  με τον ιδανικό της αναγνώστη

και έρχεται πλήρης ευγνωμοσύνης να του επιστρέψει κάτι τόσο δα

απο το σύγκρυο που την διαπέρασε

όταν η πόρτα άνοιξε και της είπαν αυτά τα λουλούδια είνα για σας

και το ποίημα πάγωσε μέσα στην θαλπωρή μιας τέτοιας προσφοράς

και ντράπηκε να δώσει το μικρό του φιλοδώρημα

στον κομιστή των λουλουδιών

ω ήθελε να του πει

μη με συνηθίζετε σε τέτοιες χειρονομίες

λένε βλέπετε κάποιοι

όταν ευτυχεί ο ποιητής

καταρακώνεται το ποίημα.

όμως εγώ δεν το πίστεψα ποτέ

σας ευχαριστώ καλέ μου φίλε

 

 

 

 

 

 

Advertisements

άκου τι μου είπε

 

γραφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

Κάποιος που δεν γνώριζα, τις προάλλες, μου υπαγόρευσε αυτό:
Δεν ξέρω γιατί, αλλά όλο και περισσότερο έχω την εντύπωση, ότι το ποιητικό γίγνεσθαι στην Ελλάδα, μοιάζει με κάτι παλιά λεωφορεία, πολύ πριν το μετρό, τίγκα στο κόσμο, στριμώγνονται οι άνθρωποι για να μπούν, σπρώχνουν ο ένας τον άλλο, γκρινιάζουν, αυτοί που είναι μέσα, λένε στον οδηγό: προχώρα μη σταματάς, δεν βλέπεις; δεν χωράνε ποὐ θα τους βάλεις, για τους άλλους που βρίσκονται στην στάση και περιμένουν ανυπόμονα να επιβιβαστούν. πρόσωπα τραβηγμένα στενάχωρα πρόσεξε ανθρωπέ μου κόλλησες πάνω μου, ακούγεται η στριγγιά φωνή μιας γυναίκας. Τι λες μωρή, απαντάει ο άλλος σε Μένα μιλάς γκιόσα. Ο κύριος με το πουκάμισο και το καθώς πρέπει για ποιητή ύφος στοχαζόμενος διαρκώς πάνω στην ανθρώπινη μοίρα στέκεται δίπλα στον οδηγό είναι μπροστά αυτός, ταγμένος. δεν κοιμάται αν δεν έχει διαβάσει έξι τουλάχιστον ποιήματα την ημέρα, ένα πριν και ένα μετά από κάθε γεύμα.. Αλλιώς μπουκιά δεν του καταβαίνει. Τον ακολουθούνε πιστά οι οπαδοί του. Ανθρωπάκια που πάλλουν σαν μικρή παιδική σημαιούλα την ευαισθησία τους και ταυτόχρονα διαβάλλουν με τον χειρότερο τρόπο τον συνομιλητή τους, που δεν μπόρεσαν ποτέ να ακούσουν, όταν γυρίσει το κεφάλι. Και οι άλλοι βρίσκονται. οι παληοί συμμαθητές καλών σχολείων, φτιάχνουν ομαδούλες που ο καθένας από αυτούς αναλαμβάνει να αποκαλεί τον άλλο ποιητή, όπως παλιά στο πανεπιστήμιο, οι φοιτητές της ιατρικής αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο, γιατρό, έβγαινες δηλαδή στο <μποχώρι> ή στην< ρεμπέτικη ιστορία> να ακούσεις κανένα ρεμπέτικο και να σου μια παρέα φοιτητών ιατρικής στην δίπλα παρέα, γειά σου γιατρέ ο ένας , γεία σου γιατρέ ο άλλος . έτσι και εδώ. ακούς η ποιήτρια κατερίνα καργιαζόπούλου, ο ποιητής άδωνης γεωρχίδης και πάει λέγοντας.πήρανε φόρα και κάτι κυριούλες, και λένε, τι; δεν μπορούμε εμείς να γράψουμε ποιήματα; δεν έχουμε εμείς στις δάφνες μερίδιο; και να οι ποιητικές συλλογές, χρυσές δουλειές τα ταχυδρομεία, χρυσοφόρες οι ποιητικές εκδόσεις για τους επιτηδείους . τέλος πάντων κατά κανόνα στην διάρκεια της διαδρομής ξεκατινιάζονται όλοι με όλους.
Ρε σεις ψυχραιμία. Που πάτε ρε. Δεν είναι η ποίηση ιδιότητα βρε, δεν είναι τίτλος ευγενείας, γαμώ το διάολό μου. Κατάσταση ισορροπίας τρόμου, γυναικείος οργασμός, θα τον πετύχεις ; θα φτάσεις; θα τελειώσεις; δεν πετυχαίνει πάντα αλλά άμα την δεις την πλυμμυρίδα, θα την αναγνωρίσεις από μακρυά αδερφάκι μου και μπορεί και να φύγεις μακρυά τρέχοντας γιατί καίει ρε, η πλυμμυρίδα της ποίησης, τσουρουφλίζει. Δεν είναι φτερό για το ξεσκόνισμα. Ο Πενθέας και οι βάκχες μαζί είναι η ποίηση, ο Μινώταυρος που δεν χορταίνει ποτέ και με τίποτα, αν δεν κατασπαράξει πρώτα εσένα…
Αν καταφέρεις και ξαναγεννηθείς, γύρνα πίσω και γράψε αν γουστάρεις, να γράψεις. Και
τότε δεν θα αντέχεις τα στριμώγματα στα λεωφορεία. Θα πάρεις τα βουνά τότε και θα κατεβαίνεις κάθε δέκα χρόνια σαν το Ζαρατούστρα.
Αυτά μου είπε, και έφυγε.

γράψε

μη σταματάς να γράφεις

κι αν αν σε κατέβαλα ως εμμονή

θα σαι για πάντα  αγαπημένος

γιατί χωρίς τα υγρά μας

να ανταλλάσσουμε

θα στερέψει ο τόπος

θα γίνει έρημος το τοπίο

οι ψυχές πεταλούδες

θα αναγνωρίζονται πάντα

και θα χορεύουν γύρω απο το φως

γράψε ψυχή μου

κι εγώ θα σε διαβάζω

με τις αισθήσεις μου όλες

όχι μονάχα με τα μάτια

γράφε μη σταματάς

γιατί λιπαίνεις

έτσι τις μηχανές

τους παρόντος μας.

Κάνε αυτό που ξέρεις καλά.

Μη πτοείσαι απ την άρνηση

απο τις αποτυχίες τα λάθη και τα πάθη

γράψε ψυχή μου. γράψε

 

 

 

θα τα λέμε

το δικαίωμα στην ουτοπία, αγαπητέ (σα να λέμε ένα στρέμμα χωράφι στο όνειρο) κανένας ορθολογισμός δεν θα το καταργήσει. συνιστά ποιητική κατάκτηση του ανθρώπου. ένα τρόπο να ζει με ομορφιά. οι ουτοπίες θα χαρίζουν πάντα σχήμα στο αδύνατο, θα δίνουν μορφή στα πράγματα για να παύουν να είνα ά-σχημα. και θα αποβλέπουν σε ένα δικαιότερο κόσμο.

κάποτε τον είπαμε υπαρκτό. θέλαμε να είναι, αλλά ποιος είπε ότι είναι εύκολο;
σαν πολιορκημένο μεσσολόγγι από την αρχή ως το τέλος , εδώ που τα λέμε, υπήρξε διαρκώς ο πρώην. συν τα εγγενή υπαρκτά, υπαρκτότατα προβλήματα και αδυναμίες κατέρρευσε το πείραμα.
κι αυτό τι σημαίνει; ότι θα παραιτηθώ απο την ελπίδα και το όραμα για καλύτερο κόσμο;

για να μη πω περισσότερα, τούτο μονάχα: μην πυροβολείτε τον πιανίστα, βρε παιδιά.
στους φίλους μου, ανανήψαντες αριστερούς, απευθύνομαι.
αριστερή σκέψη και ζωή, όταν δεν την υποβάλει η ανάγκη είναι επιλογή. είναι αισθητική.
και φυσικά το τι εννοεί ο καθείς όταν μιλάει για αριστερά είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα.
πάντως πιο εύκολα ορίζεται αρνητικά.
κι αν δεν είναι ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του και ακόμα περισσότερο η διακυβέρνησή του, που δεν είναι φυσικά,
δεν μπορεί πάντως ακόμα περισσότερο να βρίσκεται η λύση στο μητσοτακέικο και τους συν αυτό. εκτός αν κάθεστε στο ίδιο τραπέζι και περιμένετε με αγωνία να έρθει η σειρά σας για το μεγάλο φαγοπότι.

σκατά δηλαδή. αν περιμένεις κάτι από αυτούς κινείσαι στον αστερισμό της αφέλειας αν βέβαια δεν κινείσαι στον αστερισμό της σκοπιμότητας και του συμφέροντος, οπότε κι αυτή είναι μια άλλη κουβέντα. αυτά και άλλα εν καιρό.
γιατί δεν ζούμε στον κόσμο μας, οι ποιητές. εδώ κινούμαστε ανάμεσά σας. δεν είμαστε αερικά παρά μονάχα όταν το επιλέγουμε.
για αυτό…θα τα λέμε

φορβάδες

(γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη)
μηνύματα που φτάνουν από μακρυά
γονιμοποιούν νεκροζώντανα κύτταρα
υπάρχει ακόμα ζωή κάτω από το χώμα
ανυπότακτη ζωή
φυλαγμένη στο χώμα
αποχαιρέτησε το Βελιγράδι
κορίτσια φορβάδες αγόρια πάρκα
που τα διασχίζεις
δένδρα γυμνά
η ζωή καλπάζει
τον χειμώνα αγκαλιάζει η άνοιξη
κι αν δεν μπόρεσα να διαβάσω ούτε μια σελίδα
από τα πρώιμα χρόνια του Ντανίλο Κις…
θα βρεθούμε όλοι μαζί μια μέρα
στην αδιατάρρακτη
από βομβαρδισμούς και φόβους
οικουμενικότητα του ονείρου.
τι άλλο να πω.
παει καιρός που και η ποίηση
τα χει σπάσει με τις λέξεις.
εκείνη ήταν σίγουρη
-θα ξαναβρεθούμε, είπε!
άκουσε τη φωνή της και δεν αναγνώριζε
αν διατύπωνε υπόσχεση ή απειλή.
είμαι αρκετά μεγάλη πια
έλεγε η γυναίκα μέσα στο τρόλει
για να επιτρέπω
την κυκλοθυμία ακόμα κι αν έιναι δική σου
να με μεταβάλλει.
δεν αποδέχομαι
τελεσίγραφα
κι εδώ και καιρό
δεν έχω φεγγάρια
όσον αφορά τον έρωτα
δικός μου είναι και τον διαχειρίζομαι
όπως με εξυπηρετεί.
δεν θα σε ρωτήσω.
και βέβαια θα ξαναβρεθούμε
και βέβαια θα σταθούμε μαζί στο μπαρ
όπως τότε και βέβαια θα μιλήσουμε
για ουδέτερα πράγματα
όπως είναι οι ζωές μας
και βέβαια θα σ αγγίξω και θα μ αγγίξεις
το σώμα σου θα καίγεται στο πλάι
όπως και το δικό μου
και βέβαια θα βιαστείς να επιστρέψεις στη παρέα σου
κι εγώ θα σηκωθώ και θα φύγω
και βέβαια θα τρέξεις και θα με ρωτήσεις
φεύγεις;
και γω θα πω ναι. είμαι λιγο κουρασμένη
μόνο που τούτη τη φορά θα προλάβω να μείνω λίγο πιο πολύ σε εκείνη την τελευταία σκηνή του αγκαλιάσματος. λίγο πιο πολύ θα σε μπολιάσω με το άρωμά μου.
πάλι και πάλι
το ίδιο έργο
παλι και πάλι
όπως στο θέατρο
η ίδια παράσταση μια ολοκληρη σαιζόν
κι αν πάει καλά συνεχίζει και την επόμενη
είμαστε ηθοποιοί. μην τον ξεχνάς. εσύ μου το μαθες
το ίδιο πάντα αφηνιασμένο άλογο ο έρωτάς μου
δεν θα καταφέρεις ποτέ να το εξημερώσεις
το βλέπεις το στιλπνό του δέρμα;
το βλέπεις πως καλπάζει στους λόφους;
ατίθασο άγριο ελεύθερο;
μέσα στα σύννεφα το βλέπεις
πως οργώνει τον ουρανό;
στη θάλασσα το βλέπεις πως κολυμπάει;
όχι όχι δεν θα σε ρωτήσει
μόνος του καλπάζει ο έρωτας
τίποτα και κανείς δεν θα τον καταβάλλει
ούτε καν εσύ.

μανιφέστο

 

σκέφτομαι την ταινία που μόλις πριν απο λίγο, είδα.
σχεδόν μαζί σου.
εν πάση περιπτώσει συνομιλούσαμε διαρκώς
οι τρείς μας η Κειτ Μπλάνσετ εσύ κι εγώ.
εκείνη με τα 15 προσωπεία της και μεις με τα δικά μας
συντονισμένοι στην ίδια συχνότητα.
διέκρινα μέσ απο το φίλτρο της ταινίας την αλήθεια μας
εκείνη που κόβουμε κομμάτια με το χέρι μας και την μοιράζουμε στους περαστικούς. γιατί παρουσιαζόταν διαρκώς μπροστά μου.
γνώριζα ότι στην ποίηση σου υπήρχαν τα πιο πολλά καράτια αλήθειας από ποίηση που έχω διαβάσει και καρφί πια δεν μου καιγόταν αν υπήρξες ασυνεπής και δεν κράτησες το λόγο σου. θα σου τηλεφωνήσω όταν ανεβώ. περίμενα. φυσικά θύμωσα. σου κρατάω μούτρα. εδώ και καιρό. μα σήμερα ήσουν εκεί με ολόκληρη την γραφή σου που όταν δεν εκλογικεύει ρέει σαν αλήθεια και φως απο ψυχή σε ψυχή κι από σάρκα σε σάρκα εκείνη των λέξεων. όποιος δεν διακρίνει την αγωνία που διαπερνάει την γραφή που μιλάει για ρόγες και χείλη και αιδοία, όποιος το τρέμουλο δεν νιώθει απο τις λέξεις που είνια κεριά σε ξωκλήσσια που άναψαν άπιστοι περαστικοί
και για αυτό βαθιά ευλαβικοί
(δεν υπάρχει πιο ευλαβικός
επισκέπτης στα ξωκλήσια
απο τον άπιστο περαστικό που ανάβει κερί.)

δεν κάνουμε τέχνη για την τέχνη. δεν έχουμε την πολυτέλεια να αψηφίσουμε το σήμερα. την άγρια απάνθρωπη και ταυτόχρονα την πλέον παρακμιακή τετατώδη και τερατοποιητική εκδοχή του καπιταλισμού. μέσα στις χαράδρες του γκρεμίζεται το παρόν που το σώζουμε μόνο μη απαλλοτριώνοντας την φαντασία μας που σαν άλογο καλπάζει στον ουρανό. όχι όχι στα σύννεφα μα στον ουρανό μιας καθημερινότητας που αν εμείς δεν την διαστείλουμε με την άγρια και καυλωτική μας φαντασία δεν θα βγει κανείς απο την βουτιά στην μαύρη τρύπα εντός της. εκείνη που μοιραζόμαστε όπως η γλώσσα με τα χείλη.
δεν διαθέτουμε καμιά ταυτότητα. και δεν μας νοιάζει να αποκτήσουμε. είμαστε μπερδεμένοι, ο ένας μέσα στον άλλο γιατί αυτός είναι ένας τρόπος να παραδώσουμε τα κλειδιά ενός εγώ που δεν μας ανήκει. εσύ άνοιξες και μπήκες μόνος σου. σαν κάποιος που γνωρίζει τα δικαιώματά του στην αλήθεια… στην γραφή σου οι φλέβες της φαντασίας διακρίνονται ανάγλυφα πάνω στη αφή που αφήνει το χάδι της γλώσσας. είμαστε τα πλέον ενεργά ηφαίστεια σε τούτο το νησί. οι δυνάμεις μας είναι εκείνες της γης που βρυχάται. η Κειτ Μπλανσετ είναι μαζί μας. ω ναι. δεν είμαστε μόνοι. αυτό θέλω να το ακούσεις (αναγνώστη μου) mon semblable, — mon frère!Unknown-1

αναμονές και υπόγεια

την επανάσταση περιμέναμε
κι η επανάσταση δεν ήρθε
μόνο μας άφησε το σχήμα της

περιμέναμε τον έρωτα
ο έρωτας σκόνταψε στο δρόμο
και λαβώθηκε
μα ναι μας άφησε το σχήμα του

δεν γνωρίζαμε για εναλλακτικές
και περιμέναμε το θάνατο

αλλά ο θάνατος δεν ήρθε
μόνο μας έμεινε το σχήμα του

και τώρα; τώρα
που τίποτα δεν περιμένουμε
μας αγκάλιασε το σχήμα της ζωής
και μας κατέχει

αυτή κι ένα χαμόγελο
για τους ποιητές που έκαψαν όλες τις καλύβες
που τους στέγασαν
και συνομιλούν
απευθείας με τον ουρανό
στα υπόγεια του κέντρου
της αθήνας.μένεις εδώ κοντά; τον ρώτησα
-εδώ. μου απάντησε
-πάνω; ρώτησα με αφελή βεβαιότητα
δείχνοντας με το βλέμμα
-κάτω. μου απάντησε δειχνοντας με το δικό του βλέμμα
τη σκάλα που κατέβαινε.