η Ευλαμπία

images-1.jpeg

Η Ευλαμπία

 

χόρευες μέσα στην πλατεία λωλή μου θεία Ευλαμπία

φορούσες χρώματα τρελά κόκκινα κίτρινα λιλά

και ένα πράσινο καπέλο

και είχες τα μάτια πιο μεγάλα από τα ψάρια μες στην γυάλα

όταν κατέβαινες στη σκάλα σε χαιρετούσαν χερουβείμ

δεν ήσουνα γυναίκα εσύ ήσουν μια θύελλα χρυσή

ήσουν ακτίνα ήσουν φως ήσουν άλω και ροδαμός

ήσουν βελούδο ήσουν μετάξι ήσουν του ονείρου μου η πράξη

χόρευες μέσα στην βροχή και εγώ ορκιζόμουνα μικρή πως θέλω να σου μοιάσω γιατί είχες χέρια από πολύχρωμα φτερά

χείλη πιο κόκκινα από τριαντάφυλλα «δεν είμαι η Νεφερτίτη δεν είμαι η Αφροδίτη εγώ είμαι η Ευλαμπία με την μεγάλη μύτη»

φτερούγιζες την νύχτα με ξέπλεκα μαλλιά να βρίσκουν τα πουλιά να κάνουνε φωλιά λωλή μου θεία Ευλαμπία έφυγες μια μέρα από τον φεγγίτη και ποτέ ξανά δεν γύρισες στο σπίτι,

έκρυψα το πράσινο καπέλο το παλτό και την ομπρέλα για όταν θα γινόμουνα και εγώ κοπέλα .

Τώρα όταν τις νύχτες βγαίνω στην πλατεία τα πουλιά με φωνάζουν Ευλαμπία.

Δοκίμιον

 

Φωτογραφία της Margarita Milioni.
<<Μες στην κοινή ψηφιακή λούμπα αδυνατούμε να δούμε όσους εκφράζουν τη συνείδηση των καιρών. Όσους βάζουν το μέσο να δουλέψει αλλιώς.>> ετούτος που τόγραψε ξέρει να μεταφράζει τους χρησμούς της πυθίας. αυτοί οι ενδιάμεσοι γραμματικοί του μαντείου. νιώθεις μια ανακούφιση όταν τους συναντάς. ναι αγόρια, αυτό. χαίρομαι που αντιλαμβἀνεσθε τι προσπαθώ να σας πω, μέσω του παραδείγματος. πα ρα δει γμα. καταλαβαίνετε σιγά σιγά. αλλά το τεράστειο εγώ μας μας εμποδίζει. χρειάζεται κλάδεμα το δένδρο, αυτό προσπαθώ να πω.  κλάδεμα για να δυναμώσει. ευχαριστώ τον θεό της γραφής που δεν μου έδωσε ευκολίες. που δεν το είχα εύκολο, το να γράφω. αυτό αποφάσισα όταν μπήκα εδώ. και το ζητάω από τους συνομιλητές μου που γράφουν. μίλα μου όπως γράφεις και γράφε όπως μιλάς. έλεγα σε κάποιον πολύ αγαπημένο τις προάλλες. δε χρειάζεται πόζα η γραφή. και προπαντός η ποίηση. Δεν είνα εύκολο τελικά. το καταλαβαίνω. αλλά το μέσον προσφέρεται και το μέσον ξεγυμνώνει. σίγουρα ξεγυμνώνει. έχω δει αγγέλους εδώ και έχω δει απαίσιους χαρακτήρες επίσης που γράφουν ας πούμε καλά. σκατά δηλαδή. μαύρη καλοσύνη. τι θέλω να πω. έχουν αλλάξει οι καιροί συνάδελφοι. όλο και λιγότερο έχει νόημα να κλείσεις τα κείμενά σου σε ένα κιβούρι που το λένε βιβλίο και να μείνει στο ράφι του βιβλιοπωλείου ή να το διαβάσουν οι πενήντα η πέντε χιλιάδες αναγνώστες σαν να διαβάζουν τη βίβλο, στο φβ το βιβλίο γράφεται στο δημόσιο χώρο. ζωντανά. διαδραστικά. γυμνή η γραφή. θελετε να παίξουμε; το προτείνω. αλλα αυτό σημαίνει εγκαταλείπετε τα πρωτεία εγκαταλείπετε τις ευκολίες της απο καθέδρας ομιλίας. σεμνότητα. αλλάζουν οι καιροί με ταχύτητα. βρισκόμαστε πάνω σε μια τεκτονική πλάκα που έχει αρχίσει να πάλεται. δεν ξέρουμε που θα καθήσει. που θα σταθεροποιηθεί. αλλά απαιτεί γενναιότητα. απαιτεί να αφήσουμε τις οικείες ανέσεις μας. κάθομαι στο πσ μου και γράφω σαν να γράφει ο θεός. φυσικά, όλοι μας είμαστε μικροί θεοί όταν παράγουμε έργο. όμως δέστε σήμερα. γράφουν όλοι και η γραφή όλο και πιο άνοστη γίνεται. γιατί ποιος την χέζει την γραφή σύντροφοι όταν καίγεται το πελεκούδι; ποιος; γινόμαστε γελοίοι οι ποιητές που διαβάζουμε το ποιηματάκι μας σε μια συγκέντρωση και περιμένουμε να μας ακούσουν κιολας τα πλήθη. την ώρα της μεγάλης αναμπουμπούλας. τι θέλω να πω. θέλω να πω να αφουγκραστούμε. θέλω να πω. σιωπή να ακούσουμε τις φωνές του μελλοντος. το ψιθύρισμα που φτάνει απο μακρύα. που δεν έιναι και τόσο μακρύα. θέλω να πω
να σπάσουμε τα δεσμά της συνήθειας και της ευκολίας. για τον πολύ τον κόσμο έσπασαν όταν κόπηκαν τα δάνεια και βουτήξαμε στον κρίση.
για τους συγγραφείς, τους ποιητές δεν έχουν σπασει ακόμα εκτός απο τους νεότερους που βρίσκονται σε αντιστοιχία με την εποχή τους. ακόμα ζαλισμένος είναι ο κόσμος. και περιμένει σωτήρες. ας του δείξουμε πως δεν υπάρχουν. ας είμαστε εκεί όμως. όχι στο θρόνο μας. δεν γίνεται να σε πιστέψουν όταν λες δεν υπάρχουν σωτήρες κι όμως εσύ κυκλοφορείς με σκήπτρο και τιάρα μέσα στο χώρο της σκέψης και της γραφής.. κι όταν λέω ας είμαστε εκεί δυστυχως για τους συντρόφους της αριστεράς δεν εννοώ στο δρόμο και στις διαδηλώσεις. τίποτα δεν είναι όλα αυτά. τίποτα σχεδόν δηλαδή. το είδαμε το έργο. εννοω ότι είμαι εκεί έξω με τον Άλλο. τον ακούω και τον βλέπω όχι που μιλάει μόνο. που ανασαίνει, που βήχει, που πονάει, που προσφεύγει ως πρόσφυγας που θαλασ-σώνεται η θαλασσοπνίγεται. τι θέλω να πω. δεν είνα αναγκαίο να είμαι στην μυτιλήνη. η στη ειδομενή. να αλλάζω τα μωρά. άγιο όσοι το κάνουν μπράβο τους. η αγία πράξη. αλλα και η γραφή πράξη είναι, και το ποίημα όπλο είναι. εντάξει τα καταλήξαμε όλα αυτά. αλλά σήμερα τι κάνουμε. εδώ σε θέλω. σήμερα τι κάνουμε ρε σύντροφοι από όλες τις πλευρές. από την μια άκρη μέχρι την άλλη. και το εννοώ αυτό. και να σας πω κάτι; περιλαμβάνω και αυτό που αποκαλούμε φασίστες όταν μιλάω . δεν αποκλείω κανέναν. μα κανέναν, το καταλαβαίνετε; το ξέρω ότι δεν είναι εύκολο. αλλά αυτή είναι η δουλειά μου. δεν αποκλείω κανέναν από την κουβέντα και την σκέψη μου. τι θέλω να πω. θα συνεχίσω. προς το παρον αυτά.

   24/ 5/16

πρωτοπρόσωπη αφήγηση

Κατά καιρούς μπορώ να είμαι κοινωνική. Το έχω δει. Απλώς δεν έχει διάρκεια. Μια μέρα κοινωνική. Τρεις μέρες απόσυρση. Ένας μήνας κοινωνικότητας τρεις μήνες απόσυρσης. Κάπως έτσι νομιζω ότι έχουν τα πράγματα. Μέχρις ότου να το αποδεχτείς, σαν την δική σου φυσική πραγματικότητα και να μη πηγαίνεις κόντρα στο εαυτό σου, περνάει καιρός. Στο μεταξύ αντιμετωπίζεις κάποια ζητήματα συνέχειας και συνέπειας. Άρα υπάρχουν πράγματα που μπορείς να κάνεις και άλλα που αποκλείονται <εκ των πραγμάτων>. Η συγγραφή ωστόσο είναι απολύτως συμβατή ασχολία με αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης μου. Άλλοτε γράφω κι άλλοτε δεν μπορώ να γράψω ούτε γραμμή. Άλλοτε κατακλύζομαι από ιδέες κι άλλοτε ο κόσμος της σκέψης μου ακινητεί. Άλλοτε οι λέξεις συνωστίζονται να με συνδράμουν κι άλλοτε είναι εξ ολοκλήρου εξαφανισμένες και ούτε ως γκρουπούσκουλα δεν με επισκέπτονται. Μαθαίνεις με τα χρόνια να ζεις με αυτήν την συνθήκη. Μόνο τα ουσιώδη συναισθήματα  δεν μεταβάλλονται. Αγαπώ σταθερά και για πάντα. Δεν αλλάζω κάθε μέρα προτιμήσεις. Σ αυτά επιδεικνύω μια ασυνήθιστη για άλλους ανθρώπους σταθερότητα και αντοχή.

Η εκδήλωση που είχα σημειώσει να πάω, θα άρχιζε στις οκτώ και μισή. Κάπου στην Ακαδημίας. Μετά από προσπάθεια κατόρθωσα να ντυθώ να βάλω τους φακούς μου, ρουζ στις παρειές, κοκκινάδι στα χείλη και στα μάτια σκιές. Πήρα στα χέρια μου τα κλειδιά και την τσάντα. Κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Την τελευταία στιγμή πρόσεξα στο τραπέζι τον εναπομείναντα καφέ μου και ένοιωσα μια ισχυρή επιθυμία να τον αποτελειώσω. Κάθησα. Και γιατί να βγεις ακουγόταν μια φωνή από το ένα δωμάτιο. Πού να τρέχεις τέτοια ώρα; Όχι, να πας ακουγόταν η φωνή από το άλλο δωμάτιο. Να πας. Να συμμετέχεις στα λογοτεχνικά δρώμενα. Να γνωρίσεις κόσμο. Να βγείς από το καβούκι σου. Μα κάθε φορά που το επιχείρησες βατερλώ. Δεν το βλέπεις τρομάζεις τους ανθρώπους; Σε κοιτάζουν σαν να είσαι από άλλο πλανήτη. Η φωνή από το άλλο δωμάτιο. Καλά καλά, δεν σου μιλάνε. Άνοιξα το κουμπιούτερ.  Άρχισα να γράφω. Είμαι ικανή να ξαναρχίσω το γράψιμο μόνο για να βρω μια ισχυρή δικαιολογία προκειμένου να μην βγω από το σπίτι. Λες να έχω ιδρυματοποιηθεί ή είναι τόσο δύσκολα έξω τα πράγματα που αδυνατώ να τα διαχειριστώ. Σχεδόν όπου κι αν πας στο κέντρο θα περάσουν πλάι σου άνθρωποι που πάσχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Άστεγοι, ρακένδυτοι, ανήμποροι. Όλο κάτι ζητάνε. Και συ δεν ξέρεις τι να κάνεις.  Τους προσπερνάς σαν να μην τους βλέπεις. Κι όμως μεταφέρεις τους βολβούς των ματιών τους στην τσάντα όταν επιστρέφεις στο σπίτι. Γεμάτη η τσάντα από βολβούς εξορυγμένων ματιών. Και δεν έχεις τι να τα κάνεις όλα αυτά. Δεν έχεις που να τα αποθέσεις.

ε ρωτας

galatea-of-the-spheres

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

είδες πως μαθαίνω να ζω;

είδες πως αποταμιεύω νερό;

πως μαθαίνω μες την έρημο
μέρες ολόκληρες να περπατώ χωρίς να διψώ;
καμήλα. με βλέπεις;
και τους αιώνες να διασχίζω;

ειδες πως έμαθα να κλέβω ουρανό;
πως κατάληψη έκανα των αστεριών;
τα σύννεφα πως υποτάσσω με ένα νεύμα το είδες;
είδες πως οι δρομείς σαν αφέτη με αναμένουν να τους δώσω εκκίνηση;
είδες τον στήμονα και τον ύπερο πριν την καταιγίδα  άνθοφορίας;
περιμένουν το δικό μου παράγγελμα.

είδες;

είδες την υψηλή συμπύκνωση του γαλάζιου
στην ψυχή μου; την είδες;
από τούτο μοιράζω το χρώμα στον ουρανό
και της θάλασσας τα γαλάζια μάτια
εδώ μέσα βαφτίστηκαν μπλε. εγώ το έκανα.

είδες;
είδες;
είδες;
πες μου λοιπόν. πες μου λοιπόν. γιατί δεν μιλάς;
είδες πως αναδεύω τους αέρηδες;
πως τα σύννεφα παίρνω απο το χέρι;
πως ο κόμπος στο λαιμό σου λύθηκε;
είδες;

μα τι έγινε; δεν αποκρίνεσαι;
δεν είσαι πια εδώ;
δεν σε βλέπω εδώ γύρω.
μ ακούς;
δεν σε βλέπω. που χάθηκες;
πες μου. γιατί δεν μιλάς;
κάπου κρύβεσαι;
γιατί σε βλέπω πεσμένο στον κήπο και δίχως αισθήσεις;
γιατί χλώμιασες έτσι;
μίλα λοιπόν; έχασες την φωνή σου;

κι αυτή η τρύπα στο λαιμό σου;
γιατί;

και τα δόντια μου κόκκινα;

δικόγραφο που διέλαθεν του σκοπού του εκτροχιαζόμενον καθ οδόν

556250_364632530255326_1195224195_n

αναμφίβολα διέθεταν αμφότεροι την στοιχειώδην σοφίαν ώστε να αντιλαμβάνονται ότι ο έρως θα ετρέφετο
στο διηνεκές από εκείνο το κουκούτσι του απραγματοποιήτου εντός της υλικής εκδοχής
της ούτως ειπείν καλουμένης πραγματικότητος.
πικραμύγδαλο δεν λέω πλην όμως

πως θα ημπορούσαν να γελασθούν;
εδώ και καιρό δεν υπήρχαν σώματα.
πυγολαμπίδες ήσαν
και μόνο μια στιγμή στη νύχτα εωσφόριζαν

κάθε φορά που ο έρως ως τυφλός απαιτούσε να οδηγηθεί ο εις πλησίον του ετέρου, ο έτερος επεδείκνυε την αναγκαίαν σοφίαν ώστε να διαφεύγει την σύλληψιν και να αποκρύπτεταιι επιτυχώς. εις αυτό ετούτο άλλωστεν το σημείον έγκειτο η ποιητική των ιδιοφυεία, εαν μου επιτρέπετε.
(έρως κύριοι δικασταί παραμένει εσαεί το απραγματοποίητον εκείνον εις το οποίον θα κατατείνομεν ες αεί κάποιοι εξ ημών ίνα όπως ψηλώσωμεν μια στάλα το μπόι μας )

κι ουχί η ανταλλαγή μιας πραγματικότητος που οι ίδιοι ημείς έχομεν αποκηρύξει ή άλλως έχομεν θέσει τον εαυτόν μας εκτός της εμβέλειας της εδώ και καιρό.
και βέβαια υπάρχομεν και βέβαια τρώμεν πίνομεν και αφοδεύομεν πλην όμως δεν ανήκομεν εις την δύσην. μηδέ εις την ανατολήν ανήκομεν. είναι καλά πάνω στο αστέρι που στήσαμε το τσαντήρι μας. εκ της εκεί στρατηγικής μας θέσεως είμεθα σε θέση να παρακολουθώμεν το θέατρον που λαμβάνει χώρα σε πολύχρωμες παιδικές χαρές στημένες πλάι σε κοιμητήρια.
εκεί συναντιόμαστε μετά των συνανθρώπων μας συνομιλώμεν και παρακολουθώμεν στενά τα τεκταινόμενα κάνουμε τσουλήθρα τραμπάλα και κούνια μέχρι πρωίας που ο θάνατος δηλώνει την παρουσίαν του  εις την θέσην του συνοδηγού καθώς οδηγούμεθα με τα αυτοκίνητά μας στην εργασίαν μας και μας κλείνει το μάτι ανάμεσα στον πρωινό καφέ και το ωράριο εργασίας ανάμεσα στο λεωφορείο και το μετρό ανάμεσα στο επαγγελματικό ραντεβού κα το πέρασμα με την λίστα από τα ψώνια του σουπερ μάρκετ.
βερόπουλος, παρακαλώ.

αλλά καρφάκι πια δεν μας καίγεται. συνηθίσαμεν βλέπετε. τρέχουμε εις το γραφείον μας παίρνουμε το χρυσό μας πενάκι και συντάσσομεν ερωτικές επιστολές  ο εις εις τον έτερον. ακαταπαύστως. εκείνος πάντα τις μεταφέρει ως ευσυνείδητος ταχυδρόμος που πάντα υπήρξε. αχ καλέ μου περαματάρη. ενίοτε διασκεδάζομεν οι τρείς μας. γελώμεν.

κι όλο κάνουμε ζαβολιές κι όλο ανάμεσα στους τρείς οι δύο τα κάνουν πλακάκια μεταξύ τους εις βάρος του τρίτου και πάει λέγοντας ιστορίαν την ιστορίαν, με αντιλαμβάνεσθε; όλο και τον κερδίζομεν τον καιρόν.
(τι νόμιζες;
είναι καλά πάνω στο αστέρι που στήσαμε το τσαντήρι μας.
την ημέρα πηγαίνουμε για ύπνο με ελαφρά μέθη.
τι νόμιζες; )

κύριοι δικαστές. είναι γνωστό σε όλους ότι είστε αδέκαστοι. αλίμονο. υπεράνω χρημάτων και πασών των ματαιοδοξιών. αλίμονο. δεχτείτε τα σέβη των ταπεινών ημών ποιήτών. και δείξτε την ευσπλαχνίαν σας για την περίπτωσίν μας και ούτω καθ¨εξης. κοκ κοκ κοκ

συγγραφείς και κείμενα

la-femme-au-cafe-qui-lit-son-livre-sous-la-guirlande-electrique

<<όσο κι αν αλληλοεξοντώνονται σε άλογους εμφύλιους όσο κι αν η ανάγκη τους διασπάραζε όταν άρχιζαν οι ανταλλαγές γλωσσόφιλων τότε όλη η αμάχη υποχωρούσε και μια γλύκα απλωνόταν στα βουνά στις λίμνες και στα καπούλια των άγριων ελαφιών του κιθαιρώνα. το δέρας τους ανταλάσσανε όπως οι μαθητές που κάθονται στο ίδιο θρανίο τα μολύβια τους. και το φορούσαν μέσα έξω. συνταίριαξαν την ανάγνωση σπλάχνων αχνιστών νιόσφαχτου γουρουνιού τα πέλματα και τις οπλές τους. συνταίραξαν ξίφη και τόξα και βέλη και δίκανες καραμπίνες συνταίριαξαν ουρανό και δρακολίμνη. ορμή και καθήλωση. ροπή και ακινησία. έδεσαν χέρι με χέρι τη μέσα ζωή τους και πορεύθηκαν χωρίς ποτέ πια να νιώσουν μόνοι. σιαμαίοι μέσα στην σιωπή και τη φλυαρία τους. μέσα στο αίμα και τα ούρα τους. αντάλλαξαν ό,τι δεν διαθέτει ανταλλακτική αξία. αντάλλαξαν τα κολπικά ύγρά και το σπέρμα της ψυχής τους. όλα τα άλλα δεν υπήρξαν παρά προφάσεις. ο γάμος τους διέθετε κάτι από τους γάμους του ουρανού και της κόλασης του γουήλιαμ μπλεηκ. ζούσαν την μοναδική πραγματική πραγματικότητα. εκείνη την μοναδική στιγμή που η σάρκα του πνεύματος βρίσκει σάρκα που μπορεί μαζί της να κυλιστεί στην άμμο στην λάσπη στην θάλασσα στις πλαγιές των ιμαλαίων ή του ελικώνα.

είναι γνωστό πως μέσα τις απολήξεις της γλώσσας συμβαίνουν τα αισθητικά γεγονότα. ήταν κι οι δυο μια κατασκευή της γλώσσας. δεν πέρασαν στην μεταφυσική όπως ίσως μπορεί από πρώτη ματιά να εμφανίζεται. απολάμβαναν στο έπακρον τη φυσική μιας ελευθερίας των γλωσσικών νευρώνων που λίγοι μη υλιστές θα μπορούσαν να αντιληφθούν. >>
την ώρα που διάβαζα το πάρα πάνω κείμενο σε ένα καφενείο της πρέβεζας αντιλήφθηκα το βλέμμα μια γυναίκας που καθόταν τρία τραπεζάκια πιο πέρα. σήκωσα το κεφάλι και την κοίταξα κι εγώ. χαμογελάσαμε. μου δείχνει τον ανδρα που στεκόταν ήρεμος πλαί της και μου λέει. μόνο γιατί με οδήγησε να γίνω αυτό που πάντοτε είμουν τον αγαπώ. κατάλαβα. της χαμογέλασα με την ικανοποιίηση του συγγραφέα που μόλις βρήκε το επόμενο θέμα του. την πήρε από το χέρι και βγήκαν να περπατήσουν. τους ακολούθησα τρυφερά με το βλέμμα και όταν εξαφανίστηκαν από το οπτικό μου πεδίο τότε άρχισα να γράφω.

ποιος

άστεγες μέρες νευρικές
υστερικές και οιστρήλατες
στα μικρά βρώμικα σοκάκια του ουρανού
αναζητούν εραστές γλυστράνε σε λασπόνερα
πέφτουν κρυώνουν συρρικνώνονται
ασχημίζουν και πονάνε
δικός τους ο πόνος ή απλά και μόνο
η καλή αγωγιμότητα του θηλυκού;

οδύνες τοκετού δίχως τέλος ο κόσμος τούτος;
υπάρχω; αναρωτιέται η μέρα
κι ύστερα δεν υπάρχει

τότε ποιος ανοίγει τα πορτοπαράθυρα του ουρανού;
ποιος δοκιμάζει πετάγματα νιογέννητου πουλιού;
ποιό τσόφλι ακούγεται να σπάζει εκκωφαντικά στη σιωπή του πολύβουου κάτω κόσμου.

ποιός βλαστημάει την μήτρα του κόσμου;

ποιος σπάζει πιάτα ποτήρια ποιος εκτοξεύει την κόκκινη καρδιά του στο διάστημα και ποιος στο βάθος του καιρού φωνάζει σαγαπώ ανάμεσα στους πλανήτες
που έχουν φορέσει το σακάκι τους στραβά και με ένα τσιγάρο στο στόμα σαν τους παλιούς ρεμπέτες
γυρίζουν στο σπίτι τους μεθυσμένοι; ποιος;