ε ρωτας

galatea-of-the-spheres

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

είδες πως μαθαίνω να ζω;

είδες πως αποταμιεύω νερό;

πως μαθαίνω μες την έρημο
μέρες ολόκληρες να περπατώ χωρίς να διψώ;
καμήλα. με βλέπεις;
και τους αιώνες να διασχίζω;

ειδες πως έμαθα να κλέβω ουρανό;
πως κατάληψη έκανα των αστεριών;
τα σύννεφα πως υποτάσσω με ένα νεύμα το είδες;
είδες πως οι δρομείς σαν αφέτη με αναμένουν να τους δώσω εκκίνηση;
είδες τον στήμονα και τον ύπερο πριν την καταιγίδα  άνθοφορίας;
περιμένουν το δικό μου παράγγελμα.

είδες;

είδες την υψηλή συμπύκνωση του γαλάζιου
στην ψυχή μου; την είδες;
από τούτο μοιράζω το χρώμα στον ουρανό
και της θάλασσας τα γαλάζια μάτια
εδώ μέσα βαφτίστηκαν μπλε. εγώ το έκανα.

είδες;
είδες;
είδες;
πες μου λοιπόν. πες μου λοιπόν. γιατί δεν μιλάς;
είδες πως αναδεύω τους αέρηδες;
πως τα σύννεφα παίρνω απο το χέρι;
πως ο κόμπος στο λαιμό σου λύθηκε;
είδες;

μα τι έγινε; δεν αποκρίνεσαι;
δεν είσαι πια εδώ;
δεν σε βλέπω εδώ γύρω.
μ ακούς;
δεν σε βλέπω. που χάθηκες;
πες μου. γιατί δεν μιλάς;
κάπου κρύβεσαι;
γιατί σε βλέπω πεσμένο στον κήπο και δίχως αισθήσεις;
γιατί χλώμιασες έτσι;
μίλα λοιπόν; έχασες την φωνή σου;

κι αυτή η τρύπα στο λαιμό σου;
γιατί;

και τα δόντια μου κόκκινα;

δικόγραφο που διέλαθεν του σκοπού του εκτροχιαζόμενον καθ οδόν

556250_364632530255326_1195224195_n

αναμφίβολα διέθεταν αμφότεροι την στοιχειώδην σοφίαν ώστε να αντιλαμβάνονται ότι ο έρως θα ετρέφετο
στο διηνεκές από εκείνο το κουκούτσι του απραγματοποιήτου εντός της υλικής εκδοχής
της ούτως ειπείν καλουμένης πραγματικότητος.
πικραμύγδαλο δεν λέω πλην όμως

πως θα ημπορούσαν να γελασθούν;
εδώ και καιρό δεν υπήρχαν σώματα.
πυγολαμπίδες ήσαν
και μόνο μια στιγμή στη νύχτα εωσφόριζαν

κάθε φορά που ο έρως ως τυφλός απαιτούσε να οδηγηθεί ο εις πλησίον του ετέρου, ο έτερος επεδείκνυε την αναγκαίαν σοφίαν ώστε να διαφεύγει την σύλληψιν και να αποκρύπτεταιι επιτυχώς. εις αυτό ετούτο άλλωστεν το σημείον έγκειτο η ποιητική των ιδιοφυεία, εαν μου επιτρέπετε.
(έρως κύριοι δικασταί παραμένει εσαεί το απραγματοποίητον εκείνον εις το οποίον θα κατατείνομεν ες αεί κάποιοι εξ ημών ίνα όπως ψηλώσωμεν μια στάλα το μπόι μας )

κι ουχί η ανταλλαγή μιας πραγματικότητος που οι ίδιοι ημείς έχομεν αποκηρύξει ή άλλως έχομεν θέσει τον εαυτόν μας εκτός της εμβέλειας της εδώ και καιρό.
και βέβαια υπάρχομεν και βέβαια τρώμεν πίνομεν και αφοδεύομεν πλην όμως δεν ανήκομεν εις την δύσην. μηδέ εις την ανατολήν ανήκομεν. είναι καλά πάνω στο αστέρι που στήσαμε το τσαντήρι μας. εκ της εκεί στρατηγικής μας θέσεως είμεθα σε θέση να παρακολουθώμεν το θέατρον που λαμβάνει χώρα σε πολύχρωμες παιδικές χαρές στημένες πλάι σε κοιμητήρια.
εκεί συναντιόμαστε μετά των συνανθρώπων μας συνομιλώμεν και παρακολουθώμεν στενά τα τεκταινόμενα κάνουμε τσουλήθρα τραμπάλα και κούνια μέχρι πρωίας που ο θάνατος δηλώνει την παρουσίαν του  εις την θέσην του συνοδηγού καθώς οδηγούμεθα με τα αυτοκίνητά μας στην εργασίαν μας και μας κλείνει το μάτι ανάμεσα στον πρωινό καφέ και το ωράριο εργασίας ανάμεσα στο λεωφορείο και το μετρό ανάμεσα στο επαγγελματικό ραντεβού κα το πέρασμα με την λίστα από τα ψώνια του σουπερ μάρκετ.
βερόπουλος, παρακαλώ.

αλλά καρφάκι πια δεν μας καίγεται. συνηθίσαμεν βλέπετε. τρέχουμε εις το γραφείον μας παίρνουμε το χρυσό μας πενάκι και συντάσσομεν ερωτικές επιστολές  ο εις εις τον έτερον. ακαταπαύστως. εκείνος πάντα τις μεταφέρει ως ευσυνείδητος ταχυδρόμος που πάντα υπήρξε. αχ καλέ μου περαματάρη. ενίοτε διασκεδάζομεν οι τρείς μας. γελώμεν.

κι όλο κάνουμε ζαβολιές κι όλο ανάμεσα στους τρείς οι δύο τα κάνουν πλακάκια μεταξύ τους εις βάρος του τρίτου και πάει λέγοντας ιστορίαν την ιστορίαν, με αντιλαμβάνεσθε; όλο και τον κερδίζομεν τον καιρόν.
(τι νόμιζες;
είναι καλά πάνω στο αστέρι που στήσαμε το τσαντήρι μας.
την ημέρα πηγαίνουμε για ύπνο με ελαφρά μέθη.
τι νόμιζες; )

κύριοι δικαστές. είναι γνωστό σε όλους ότι είστε αδέκαστοι. αλίμονο. υπεράνω χρημάτων και πασών των ματαιοδοξιών. αλίμονο. δεχτείτε τα σέβη των ταπεινών ημών ποιήτών. και δείξτε την ευσπλαχνίαν σας για την περίπτωσίν μας και ούτω καθ¨εξης. κοκ κοκ κοκ

συγγραφείς και κείμενα

la-femme-au-cafe-qui-lit-son-livre-sous-la-guirlande-electrique

<<όσο κι αν αλληλοεξοντώνονται σε άλογους εμφύλιους όσο κι αν η ανάγκη τους διασπάραζε όταν άρχιζαν οι ανταλλαγές γλωσσόφιλων τότε όλη η αμάχη υποχωρούσε και μια γλύκα απλωνόταν στα βουνά στις λίμνες και στα καπούλια των άγριων ελαφιών του κιθαιρώνα. το δέρας τους ανταλάσσανε όπως οι μαθητές που κάθονται στο ίδιο θρανίο τα μολύβια τους. και το φορούσαν μέσα έξω. συνταίριαξαν την ανάγνωση σπλάχνων αχνιστών νιόσφαχτου γουρουνιού τα πέλματα και τις οπλές τους. συνταίραξαν ξίφη και τόξα και βέλη και δίκανες καραμπίνες συνταίριαξαν ουρανό και δρακολίμνη. ορμή και καθήλωση. ροπή και ακινησία. έδεσαν χέρι με χέρι τη μέσα ζωή τους και πορεύθηκαν χωρίς ποτέ πια να νιώσουν μόνοι. σιαμαίοι μέσα στην σιωπή και τη φλυαρία τους. μέσα στο αίμα και τα ούρα τους. αντάλλαξαν ό,τι δεν διαθέτει ανταλλακτική αξία. αντάλλαξαν τα κολπικά ύγρά και το σπέρμα της ψυχής τους. όλα τα άλλα δεν υπήρξαν παρά προφάσεις. ο γάμος τους διέθετε κάτι από τους γάμους του ουρανού και της κόλασης του γουήλιαμ μπλεηκ. ζούσαν την μοναδική πραγματική πραγματικότητα. εκείνη την μοναδική στιγμή που η σάρκα του πνεύματος βρίσκει σάρκα που μπορεί μαζί της να κυλιστεί στην άμμο στην λάσπη στην θάλασσα στις πλαγιές των ιμαλαίων ή του ελικώνα.

είναι γνωστό πως μέσα τις απολήξεις της γλώσσας συμβαίνουν τα αισθητικά γεγονότα. ήταν κι οι δυο μια κατασκευή της γλώσσας. δεν πέρασαν στην μεταφυσική όπως ίσως μπορεί από πρώτη ματιά να εμφανίζεται. απολάμβαναν στο έπακρον τη φυσική μιας ελευθερίας των γλωσσικών νευρώνων που λίγοι μη υλιστές θα μπορούσαν να αντιληφθούν. >>
την ώρα που διάβαζα το πάρα πάνω κείμενο σε ένα καφενείο της πρέβεζας αντιλήφθηκα το βλέμμα μια γυναίκας που καθόταν τρία τραπεζάκια πιο πέρα. σήκωσα το κεφάλι και την κοίταξα κι εγώ. χαμογελάσαμε. μου δείχνει τον ανδρα που στεκόταν ήρεμος πλαί της και μου λέει. μόνο γιατί με οδήγησε να γίνω αυτό που πάντοτε είμουν τον αγαπώ. κατάλαβα. της χαμογέλασα με την ικανοποιίηση του συγγραφέα που μόλις βρήκε το επόμενο θέμα του. την πήρε από το χέρι και βγήκαν να περπατήσουν. τους ακολούθησα τρυφερά με το βλέμμα και όταν εξαφανίστηκαν από το οπτικό μου πεδίο τότε άρχισα να γράφω.

ποιος

άστεγες μέρες νευρικές
υστερικές και οιστρήλατες
στα μικρά βρώμικα σοκάκια του ουρανού
αναζητούν εραστές γλυστράνε σε λασπόνερα
πέφτουν κρυώνουν συρρικνώνονται
ασχημίζουν και πονάνε
δικός τους ο πόνος ή απλά και μόνο
η καλή αγωγιμότητα του θηλυκού;

οδύνες τοκετού δίχως τέλος ο κόσμος τούτος;
υπάρχω; αναρωτιέται η μέρα
κι ύστερα δεν υπάρχει

τότε ποιος ανοίγει τα πορτοπαράθυρα του ουρανού;
ποιος δοκιμάζει πετάγματα νιογέννητου πουλιού;
ποιό τσόφλι ακούγεται να σπάζει εκκωφαντικά στη σιωπή του πολύβουου κάτω κόσμου.

ποιός βλαστημάει την μήτρα του κόσμου;

ποιος σπάζει πιάτα ποτήρια ποιος εκτοξεύει την κόκκινη καρδιά του στο διάστημα και ποιος στο βάθος του καιρού φωνάζει σαγαπώ ανάμεσα στους πλανήτες
που έχουν φορέσει το σακάκι τους στραβά και με ένα τσιγάρο στο στόμα σαν τους παλιούς ρεμπέτες
γυρίζουν στο σπίτι τους μεθυσμένοι; ποιος;

μικρές ιστορίες

images.jpeg

 

μικρές ιστορίες της κρίσης

εκείνος χρόνια να μαζεύει χρυσάφι στην Αλάσκα
εκείνη να ψάχνει για νερό στον τόπο της
και τα πηγάδια όλα ξερά
εκείνος ερχόταν απο δρόμο
εκείνη
δρόμο έπαιρνε δρόμο άφηνε
εκείνος ήρθε
κι απίθωσε το χρυσάφι μπρος στην πόρτα της
εκείνη διψούσε.
νερό. ψέλλιζε
νερό νερό νερό

εκείνος ένοιωθε περήφανος με το χρυσάφι του
όλο συγκεντρωμένο
στην αυλή της
δικό σου της έλεγε
νερό
δεν άκουγε
ήταν κουρασμένος και περήφανος
ήταν μονάχα διψασμένη
νερό νερό
ψέλλιζε
δεν την άκουγε

παρατήρησε μόνο την αδιαφορία της για το λαμπρό του δώρο

λαμποκουπούσε το χρυσάφι
απέστρεψε το βλέμμα απαγοητευμένος
έφυγε

δυο σταγόνες νερό θα ταν αρκετές
και το λαγήνι κρεμότανε
στον λευκό ασβεστωμένο τοίχο

όλα θα μπορούσαν να ταν τόσο απλά
αλλά εκείνη πέθανε από δίψα
εκείνον τον χειμώνα
και εκείνος ξαναγύρισε στα ορυχεία του στην Αλάσκα.

φρίντα κάλο

the-dream-the-bed-1940-1

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

πλάθω τη λύπη  ζυμάρι με τα δάχτυλα
την ζυμώνω πεισματικά
και επι ώρες
παρασκευάζω εύγεστο ψωμί αν και λίγο πικρό
να στο προσφέρω

αντίδωρο
να παίρνεις κάθε πρωί
ένα μικρό κομμάτι
να μην μπορέσεις ποτέ να λησμονήσεις
την χειρονομία που δεν τόλμησες
όταν τόσο απεγνωσμένα τη ζητούσα

έπεσα ζωντανή
στο κρεματόριο της απραξίας σου
κι όμως δεν πέθανα
με όλες τις σάρκες μου καμένες

να ζωγραφίζω όσο ζω
στο λευκό μου κελί
με όποια δύναμη
απόμεινε
την άδεια σου καρδιά.

 

στους δρόμους της ισταμπούλ

kalo_2

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

τα κορίτσια δίχως χρώματα
οι δρόμοι οι στίχοι τα αχλάδια τα νεαρά αγόρια
ιδέες στρόγγυλες σαν τους πλανήτες
σαν τη γη σαν το ποτάμι
που ξαναγυρίζει στην πηγή του και δεν φτάνει ποτέ στην θάλασσα
μάνγκο πρόσφυγες ενοχές όλα στο μίξερ και τίποτα
καμιά γεύση από ποίημα.

να έρχεται η νεαρή Μέρα
να σου προσφέρει νέο παιχνίδι
και συ να μην του ρίχνεις ματιά
να σε κοιτάζει με διάπλατα μάτια εκείνη μέσα στην απορία
-δεν ξέρω πώς παίζεται, της απαντάς
κι όμως χθες ήξερες. θυμάσαι;
χθες ήξερες.
-όχι τίποτα δεν θυμάμαι
οι λἐξεις έφυγαν μακριά
με εγκατέλειψαν οι λέξεις μαζί με τον αγαπημένο

γελάει η Μέρα.
κανένας αγαπημένος δεν έφυγε.
εχθες κοιμόσουν μαζί του αγκαλιά
όλη νύχτα θυμάσαι;
τίποτα δεν θυμάμαι όπου κι άν βρεθώ
με κατακλύζει ο θάνατος έχει τρυπώσει
στο αέρα που ανασαίνω
αυτός που έλεγα πως νίκησα τις προάλλες
με γονάτισε και τώρα σέρνομαι στο αλώνι του

-δεν μιλας εσύ αγαπημένη, δεν μιλάς εσύ
φιλοξενείς την μανταμ Μποβαρύ εδώ και μέρες
εκείνη και το μικρόβιο του ρομαντισμού
που αγάπησες τόσο στην νεότητά σου
που του τα δωσες όλα τότε θυμάσαι;
τίποτα δεν χρωστάς.
έχεις πληρώσει προκαταβολικά
πως το ξεχνάς.

ξεχνάω- θυμάμαι

ξεχνάω- θυμάμαι ξεχνάω- θυμάμαι
κι όμως με έχει αγαπήσει η Μέρα. θα γυρίσω της λέω
θα γυρίσω.

το᾽ άκουσα το κουδούνι που χτύπησε
κατέβα μου φώναξε ο αγαπημένος
μου άρπαξε γλυκά το χέρι και περπατήσαμε μαζί
στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης

ανάμεσα σε φανατικούς μουσουλμάνους, σε κεμαλιστές

και τα ακρωτηριασμένα θύματά τους.  και πολλούς πολλούς νεκρούς.

νέους και παλιούς.