Η ΑΝΝΑ

84705-004-B4C00CAB

ΔΙΗΓΗΜΑ
γράφει η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΗΛΙΩΝΗ

– Αννιώ πού σεργιανάς μεσημεριάτικα; θα σε κάψει ο ήλιος κι ύστερα άντε να βρεις γαμπρό.
-Δεν μπορώ να σταθώ στο σπίτι μου κυρα- Αγγελική, δεν μπορώ σου λέω, δεν ξέρω τι με πιάνει, όλο τους δρόμους θέλω να παίρνω, και δεν με νοιάζει για τον γαμπρό, δεν με νοιάζει σου λέω, μόνο να φύγω θέλω, να φύγω και να μην ξαναγυρίσω. Πνίγομαι στο χωριό, πνίγομαι και οι τελευταίες λέξεις δεν ακουστήκανε καλά, καθώς τις είπε με την πλάτη γυρισμένη, την στιγμή που έφευγε τρέχοντας σαν νεαρή ελαφίνα, που δοκιμάζει τα ψηλά της πόδια.
Αύγουστος μήνας, λιοπύρι, οι καλαμιές έτοιμες να αρπάξουνε φωτιά, ψυχή στο δρόμο, μόνο τα τζιτζίκια γραντζουνίζουν ασταμάτητα την κάψα του καλοκαιριού.
– Αχ η Θυμιώ, χάθηκε η Θυμιώ, τρελή της βγήκε η θυγατέρα, αλλαφροίσκιωτη κι έφτυσε στον κόρφο της η κυρά Αγγελική, συνέχισε τον δρόμο της και έδεσε το μαντήλι της που ήταν έτοιμο να της πέσει, να πάει να ποτίσει το μποστάνι γιατί με τούτες εδώ, τις ζέστες κάρβουνο θα γίνει, κάρβουνο.

Καθήσανε στο κήπο το βράδυ, φύσηξε κι ένα αεράκι, ανάσα ήτανε, κι έφερε και μια ευωδιά από νυχτολούλουδο που ανάσταινε νεκρούς.
Με το που το χάραξε το καρπούζι ο Νικόλας, ο άνδρας της Θυμιώς, άνοιξε στα δυό και εκείνος είπε, το πέτυχες σήμερα το καρπούζι, όχι σαν τις προάλλες που ήτανε κολοκύθι.
Κι απορίσανε οι γυναίκες που έμεινε στο σπίτι ο Νικόλας, και δεν βιάστηκε μετά το φαγητό να φύγει για τον καφενέ, να προφτάσει να ακούσει τις ειδήσεις. Κάτι τον έτρωγε, κάτι γυρόφερνε από εδώ γυρόφερνε από εκεί, έκανε να φύγει η Αγγελική να αφήσει τους νοικοκύρηδες μοναχούς, θα χουνε να κουβεντιάσουν τα δικά τους.
– Κάθησε, εσύ είσαι του σπιτιού, της έγνεψε η Θυμιώ, μια πόρτα ήτανε, την ίδια μέρα ήρθανε νύφες στο χωριό κι ήτανε κι οι γαμπροί γειτόνοι.
– Την πήρα την απόφαση, αύριο θα πω το ναι στον Λάμπρο, είπε ο Νικόλας κι έβαλε ένα μεγάλο κομμάτι καρπούζι στο στόμα του και το έφαγε μονοκοπανιά, και νοικοκύρης είναι και λεβέντης, και η θυγατέρα σου θα μαζευτεί και θα συνέλθει.
Στο κατώφλι στεκόταν εκείνη την στιγμή η Άννα και άκουσε τα λόγια του πατέρα της και πισωγύρισε δυο βήματα κι έτρεξε στην ντουλάπα, έριξε δυο βρακιά και ένα φουστάνι τσίτινο που της είχε χαρίσει η νονά της, σε μια νάυλον τσάντα κι έφυγε από την πίσω πόρτα κι αν την έβλεπε κανείς πώς έτρεχε μέσα στην νύχτα, θα την έπαιρνε για αερικό. Βγήκε στην δημοσιά κι έτρεχε και φόβο δεν ένιωθε τι πράγμα είναι. Την νύχτα την αγάπαγε η Άννα και τώρα που ήταν και γιορτή στον ουρανό Αύγουστο μήνα ένιωσε καλεσμένη και περπάταγε που και που σταματούσε και κοίταζε τα αστέρια και μετά όλο πάλι έτρεχε, ολοεένα έτρεχε, και τη ευρήκανε τα ξημερώματα…

Τρελάθηκε η Άννα του Νικόλα, είπανε στο χωριό, την πήρε ο πατέρας της με το αγροτικό, η μάνα της δεν μίλαγε, μόνο κυλάγανε στα μάτια της τα δάκρυα, σαν δροσοσταλίδες σκεφτότανε η Άννα, και την πήγανε στο γιατρό στην πόλη. Τούς άκουγε ο γιατρός αμίλητος κι όλο κάτι σημείωνε, κεφάλι δεν σήκωνε. Τους ρώταγε για την οικογένεια κι αν υπάρχει κανένας άλλος γιαγιά παππούς, θείος θεία με πρόβλημα κι όλο σημείωνε ο γιατρός, η μάνα έκανε κάτι να πει, την αγριοκοίταξε ο Νικόλας και πήρε την υπόθεση πάνω του.
-Παίρνει το δρόμο, γιατρέ κι ούτε ξέρει για που τραβάει, κι άλλοτε κλείνεται στο σπίτι, κάθεται σε μια γωνιά κι ούτε μιλάει και μια μέρα, την τσακώσαμε στο πηγάδι, όρκο παίρνω γιατρέ, έτοιμη να βουτήξε ήτανε.
-Έχει μανιοκατάθλιψη το κορίτσι, τους είπε ο γιατρός, και ο Νικόλας τον ρώτησε,
-Τρελή είναι γιατρέ; τρελή είναι; όχι ακριβώς, αλλά ίσως χρειάζεται να μείνει για ένα διάστημα σε κλινική γιατί χρειάζεται παρακολούθηση.

Έτσι ταξίδεψε η Άννα, πήγε στην πόλη, κοίταζε γύρω τα φώτα κι έλεγε πέσαν τα αστέρια απο τον ουρανό και τον αφήκανε ρημάδι.
Κι έκλαιγε η μάνα της, και του έλεγε να μην το αφήσουμε το κορίτσι μας εδώ μέσα, εγώ μέρα και νύχτα θα την φυλάω, καθόλου δεν θα φύγω από κοντά της , στο σπίτι μας να το έχω το Αννιώ μου, δεν έχει το παιδί μου τίποτα, ανένδοτος ο Νικόλας, ήθελε και να κατεβεί για πρόεδρος, του το πρότεινε και ο αστυνόμος, εσένα θα υποστηρίξουμε, η επανάστασις έχει ανάγκη από υγειή στοιχεία και ο Νικόλας σκεφτόταν αν την κλείσει μέσα, θα το ξεχάσει σε λίγο το χωριό, κι ύστερα θα τον συμπονέσουνε κιόλας, αλλά αν την αφήσει στο χωριό με τα καπρίτσια της, στο στόμα θα τους έχει το χωριό συνέχεια.
Εκλαψε, χτυπήθηκε η Θυμιώ, το σπλαχνο μου κακούργε, για να την αποφύγει ο Νικόλας, μόνο για λίγο, της είπε, μόνο για κανένα μήνα μέχρι να καταλάβει και να συνέλθει και να μην παίρνει τους δρόμους και μας ρεζιλεύει στο χωριό, θα γλυτώσω και την προίκα σκέφτηκε, αλλά δεν το ξεστόμισε.
Έβαλε την Θυμιώ με την φοβέρα στο αγροτικό και κατεβήκανε στο χωριό χωρίς την Άννα.
Οδηγούσε το αγροτικό και γύριζε κάθε τόσο και κοίταζε την γυναίκα του, του άρεσε και του παραάρεσε του Νικόλα η ιδέα της προεδρίας, στο κάτω κάτω, κάνει της Θυμιώς, εγώ ήμουν εθνικόφρονας από τα γενοφάσκια μου, και την επανάσταση την υποστήριξα από την πρώτη μέρα, όταν τον άκουσα τον αρχηγό στο διάγγελμά του στην τηλεόραση- μεγάλη μέρα- τόπα μέσα στο μαγαζί σ᾽όλους μπροστά κι ας τόξερα πως ήταν και οι άλλοι μέσα, αυτός θα μας σώσει φώναξα, ζήτω η επανάστασις, θάνατος εις τον κομμουνισμόν, κι άδειασε τότε το καφενείον, σαν βρεγμένες γάτες φύγανε και ο καφετζής έκανε ότι έπλενε τα ποτήρια. Μείναμε με τον Παναγή και τον Γιώργακα και πίναμε και τραγουδάγαμε μέχρι το πρωί, και να που τώρα η επανάστασις αναγνώρισε τας υπηρεσίας που έχω προσφέρει εις το έθνος. Δεν μίλαγε η Θυμιώ, το κορίτσι της σκεφτόταν και το μίσος της φούσκωνε το στήθος όμοια όπως φουσκώνει ο Ξεριάς τον χειμώνα και αφηνιάζει και παίρνει όσα το καλοκαίρι έχει μαζέψει ο ξεροπόταμος, και τα ξερνάει ίσαμε την θάλασσα.
Έτρεχε το αγροτικό στο δημόσιο δρόμο κι άφηνε πίσω του το ένα μετά το άλλο τα δένδρα, σκιές, όπως τα χρόνια που πέρασε μαζί του, σκέφτηκε την πρώτη νύχτα του γάμου της, έπεσε πάνω της και βόγκαγε κι εκείνη πονούσε κι έτρεμε, κι όταν σηκώθηκε κι άναψε την λάμπα και έψαχνε το σεντόνι, εκείνη καθησμένη στο κρεβάτι ψηλό σουμιέ και το κεφάλι στα χέρια, -πουτάνα, την άρπαξε από το μπράτσο και την πέταξε από το κρεβάτι , Μια ολοστρόγγυλη κατακόκκινη κηλίδα, στη θέση της έσωσε την τιμή της, κι έτσι περάσανε τα χρόνια, και η Άννα έγινε η ζωή της , την έπαιρνε μαζί της στα χωράφια, έκοβε λουλούδια και στόλιζε τα μαλιά της, την έβλεπε να μεγαλώνει και νάναι τόσο όμορφη, τόσο όμορφη που δεν το ομολογούσε ούτε στον εαυτό της , φοβόταν μη την ζηλέψει ο θεός και της την πάρει.
-Θα γίνω πρόεδρος και θα τους δείξω εγώ, τι πάει να πει Νικόλας.
– Όπως έδειξες και στο Γρηγόρη και στο γιό του, ξέφυγε μέσα απο τα δόντια της Θυμιώς η οργή κι έπειτα όμοια με βρόχο που την έπνιγε και δεν άντεχε πια να κρατηθεί
-Όχι θ άφηνα να σαλιαρίζει με την κόρη σου τον γιο του βρωμοκομμουνιστή, τον αλήτη και κοκκίνησε από θυμό, έννοια σου, τους ταχτοποίησα καλά και τους δυο. Ο ένας στην Γιούρα κι ο άλλος στον αγύριστο, έκλεισε τα μάτια της η Θυμιώ, λες και τούτο θα την βοηθούσε να μην ακούει και να μην νιώθει, όμως δεν τα κατάφερε, και είδε μπρόστά της τα μάτια της Άννας, της Άννας της, την ημέρα που συλλάβανε τον Λευτέρη, μέρα μεσημέρι μπήκανε στο σπίτι του τρεις χωροφύλακεςκαι το χτυπούσαν το παληκάρι, κι ο πατέρας του έπαθε συγκοπή, άδεισαν ξαφνικά τα μάτια της Αννούλας σαν πηγάδι που στέρεψε και πια δεν ξαναγέμισε, μόνο μέρες μέρες φωτιζόταν η όψη της από ένα απόκοσμο φως, και έτρεχε τότε όλο στα χωράφια…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s