Όταν ακούς τα κορίτσια της Αμοργού

Henri_de_Toulouse-Lautrec_017Στο πιο ξεχωριστό καφέ της Χώρας της Αμοργού

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

(Στιχομυθία κοριτσιών της πρότελευταίας μέρας του Αυγούστου)
-γιατί έπεσε τόση θλίψη από τον ουρανό , σήμερα;
-δεν τα μαθες; φεύγει.
-ποιος φεύγει;
-μα… ο Αύγουστος
-μα θα ξανάρθει
-ναι… θα ξανάρθει αλλά
-αλλά τι;
-θα μας βρει εδώ;
-τι ερώτηση…
-δεν αντέχω τους αποχωρισμούς. να τον αποχαιρετήσεις για λογαριασμό μου. περάσαμε καλά να του πεις, θα τον περιμένουμε…
-να καθήσεις να του τα πεις εσύ
-μα δεν μπορώ… ο πόνος με τσακίζει…χάνω τις λέξεις, δεν θέλω να με δει έτσι, συρρικνωμένη, άσχημη , λυπημένη. όταν είμαι λυπημένη, αποστρέφομαι τις συναντήσεις και τα συναπαντήματα. ακόμα περισσότερο μαζί του. ήταν ο καλύτερος να του πεις. των τελευταίων ετών. δεν αντέχω τους αποχωρισμούς. το ετοιμόρροπο οικοδόμημα και η εύθραυστη ισορροπία του θα καταρρεύσουν εντός ολίγου. απόκαμα.
-σώπα. μη μιλάς έτσι.
-όπως θέλω θα μιλώ
-τόσα χρόνια πάνε. ακόμα δεν συνήθισες; κάθε χρόνο τα ίδια.
-το ξέρεις δα ότι δεν είναι το ίδιο. ποτέ δεν είναι το ίδιο. μακάρι να μην είχα γεννηθεί άνθρωπος. αλλά πέτρα. έχει δίκιο ο Γεράσιμος. πέτρα. κάθε μέρα παλεύω να κερδίσω την αταραξία της και κάθε βράδυ χάνω την μάχη. βαρέθηκα. απόκαμα να πολεμάω τόσα χρόνια πολεμιστής. ν ᾽αφήσω κάτω την πανοπλία μου και να ξεκουραστώ
-και γιατί δεν το κάνεις.
-έλα ντε
-γιατί γουστάρω τους Αύγουστους;
-και τους Μάηδες μήπως;
-και του Γενάρηδες γιατί όχι και τους …. μόνο το Μάρτη και το Σεπτέμβρη δυσκολεύομαι λιγουλάκι .

-χαχα άρχισα να συνέρχομαι.σώπα, λίγο ακόμα και θα την σκαπουλάρουμε και φέτο.
-έχεις ανάγκη εσύ; έτσι δεν σου λένε συνήθως;
-έλα ντε;
-και γιατί παίρνουν οι άνθρωποι, τις πέτρες της δυστυχίας τους και σε πετροβολούν; γιατί γυρεύουν πάντα κάποιον άλλο υπαίτιο της δικής του δυσκολίας. γιατί δεν αναλαμβάνουν τη γαμημένη τους ζωή. ήθελες να αφήσεις να φανεί ότι γίνεται. μόνο αυτό. δεν γαμιέται;

όταν έχεις μάθεις την γλώσσα των αέρηδων την ώρα που περνούν στα σοκάκια της Χώρας σφυρίζοντας αδιάφορα, όταν οι πέτρες σε ζεσταίνουν καθώς ξαπλώνεις πάνω στο θεόγυμνο κορμί τους,
όταν έχεις θηλάσει την νύχτα και το φως της μέρας, όταν έχεις κλείστεί στη φυλακή του κορμιού κι έχεις εκτίσει την ποινή σου που γεννήθηκες γυναίκα,
όταν ζάρωσες στην άκρη σαν άδειο ράσο,
παπά νησιώτη και σ´ άρπαξε ένα φλάμπουρο
και σε έκανε πανάκι
μέσα στου Αιγαίου την καταιγίδα

-ω γλυκιά μου γαμημένη πατρίδα
πονώ και σκάβω
σκάβω και πονώ
ήθελα τόπο
και βρήκα βωμό
ήθελα σάρκα
και βρήκα θεό

-κλέισαμε για σήμερα! ακούτε;
κλείσαμε. έξω! όλοι έξω!
έξωωωωωωω από εδώ. κι ούτε αύριο θα ανοίξουμε.
θα κατεβούμε στην θάλασσα να κολυμπήσουμε.
να πάτε να γαμηθείτε.
όλοι.

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s