τα κορίτσια της Αμοργού

baby_lammfell_komfort_60-70-1000x1000ανταποκρίσεις σε συνέχειες απο το Καφέ των Κοριτσιών της Χώρας της Αμοργού

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

-είστε μια πρόκληση για το νησί έμαθα. οι άνδρες έμαθα, περιμένουν να ρθει η ώρα που θα ανοίξετε τα πορτοπαράθυρα και θα μπορέσουν να περάσουν για λίγο. ένα καφέ, μια ψημένη ρακή, ένα τίποτα
-ω ναι μου απαντάει το κορίτσι. όταν πρωτοανοίξαμε στη Χώρα, κανένας δεν μας μιλούσε, οι γυναίκες έστρεφαν αλλού το κεφάλι όταν περνούσαμε, για να μην μας πουν καλημέρα και οι άνδρες σκυθρωποί και αμίλητοι. αλλά να, που με τον καιρό ολο και συμβαίνουν περίεργα πράγματα. μας περιτριγυρίζουν συνέχεια. δεν μας αφήνουν σε ησυχία. αλλάζουν. μέρα την μέρα. τους βλέπουμε να αλλάζουν. μεταμορφώνονται. σα να ανακαλύπτουν σε περίκλειστα δωμάτια την φυλακισμένη τους νιότη και να την απελευθερώνουν. ναι υπάρχει μια δύναμη που αλλάζει τον αέρα.
τώρα δεν μας αφήνουν σε ησυχία. όλο περιφέρονται γύρω μας,
ξεθαρρεύουν κι όλο
κάτι ζητούν.
όλο κάτι ζητούν.

κι ένα κορίτσι είπε:

μακάρι να χα είκοσι έξι σύννεφα
και είκοσι επτά σπουργίτια να
σήκωναν ένα σπυρί σιτάρι την ψυχή τους
να την ταξίδευαν εκεί που ο πόνος
απόλεσε το ειδικό του βάρος
και εξαερώθηκε.
μακάρι να μουν ένα τραγούδι τρίλινο
να σκέπαζα τον ύπνο τους
μ ένα απαλό σεντόνι

κι ένα άλλο κορίτσι είπε:

μακάρι ναχα δέκα κορμιά
να τους τα χάριζα,
δέκα καρδιές στο πιάτο
δέκα κοχύλια να τους τα δινα
να ακούγανε τη θάλασσα
και τον αχό των οργασμών μου

μακάρι να χα δέκα στόματα
τριάντα έξι χείλη και εξήντα επτά θηλές
ίδια η πολύμαστος Άρτεμις
να δινα σ όλους από μία να θηλάζουνε
τις νύχτες που κυκλοφορεί
μαύρη νυχτερίδα στα ερείπια
ο φόβος που τους γέννησε.

να μη τους έβλεπα
να σπαράζουν στη μοναξιά
να λυώνουν από την στέρηση
να σκοτώνονται
σε ακήρυχτους πολέμους.
-κι όμως ο καθένας τους, σαν να αντιλαμβάνεται κάτι
σαν να νιώθει μια ευγνωμοσύνη ακαθόριστης αιτίας
γιατί όλο και κάτι μας αφήνουν στην αυλή.
έτσι ζούμε.

άλλος μια τυρόπιτα που έφτιαξε η μάνα του,
άλλος ένα παληό ρολόι του πατέρα του,
ευτυχώς που δεν λειτουργεί,
(αφού κολυμπήσαμε ίσαμε εδώ έξω από τον χρόνο
κι αυτή είναι η ελευθερία μας)

και κάποιος άλλος άφησε στην αυλή μας
ένα μαύρο άλογο. στιλπνό.
μ ‘αυτό ανεβοκατεβαίνουμε τα μονοπάτια της Αμοργού.

 

***
.η γλώσσα στους δρόμους.
αλήτης, κι άλλοτε γέροντας στα δρομάκια της Αμοργού
διπλωμένος στα δυο από την οστεοπόρωση
ή την αλισάχνη
-είναι το αλάτι που κατατρώει τα οστά; ρωτάει το κορίτσι
στηριγμένος στην βακτηρία του.
δεν μιλάει. δεν σηκώνει το λευκό του κεφάλι
δεν λέει καλημέρα. μόνο κοιτάζει
το πλακόστρωτο και περπατάει
στηρίξου στη γλώσσα όπως ο Αμοργίνος γέροντας στη βακτηρία του
κι άσ την να σε εφελκύσει στις ρωγμές
του εδώ και τώρα
όπως εκείνον τον οδηγεί
κάθε μέρα η βακτηρία του
στο χώμα.

να βρει τα ανάγλυφα των αισθήσεων η γλώσσα και να τα ψηλαφίσει.
να μελετήσει με σύστημα Μπράιγ τα ισουψή των κοριτσιών
της Αμοργού της Δράμας και του Μεσολογγίου
να βρει το στέρνο του και να το σημαδέψει
με το πιο βαρύ δοξάρι της
να απελευθερώσει από τα κλουβιά τους
όλα τα άγρια ζώα
να ξεχυθούν στους δρόμους
να γεμίσει η πόλη με λιοντάρια τίγρεις και αντιλόπες.

συνεχίζεται

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s