επεξεργασία παθών

frida-2.jpg

ξαπλώνει το κορμί

πάνω στα ξυράφια

αποδεχόμενη την αδέξια αξίωση

οξέος πόνου

ασκεί επιδέξιες κινήσεις

επίδειξης οξύτατων

εξάρσεων οδύνης

 

ένα δοξάρι

ηδονίζεται εκστατικά

 

ξεδιπλώνεται  χωρίς ίχνος αμυχής

ανάβει τα ξύλα στο τζάκι

εξαίσια γυμνή και άνοιξη

τα κοιτάζει ώρες να φλέγονται

απολαμβάνω την έξαρση της φωτιάς

οξεία δόξα

 

επάξια ξαπλώνουν

στα ανοιχτά δυσβατα ξέφωτα

δόξα και δράμα ξάνθης

είναι ξανθιά και ξέρει

ναι πως θα ξανάρθει

 

τα ξυράφια της ακονίζει

ξόμπλια επεξεργάζεται

σχήματα οξύμωρα

ξένε εύξεινε

ξανά θα παρατάξει

το στρατά  του Ξέρξη

να αρπάξει την λόξα της λεξης του

 

αρχαία ξύστρα

το λίπος του έρωτά του

ξεκολάει

μα τρέχει ξανά ξανά ξανά

επάνω στα ξυράφια

 

Advertisements

διαδρομές

 

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

 

η ψυχή ξέρεις

όταν σε ψυχή κοιτάξει

σε ψυχή αδράχνεται

και δεν το κουνάει απο εκεί

που αγκάλιασε κι αγκαλιάστηκε

δεν ξέρει απο γάμους απο πουρνάρια

απο σκάφες και τραπέζια

από τελετές και κηδείες

από χρόνους και τόπους

η ψυχή και το χάδι της

κυκλοφορεί μόναχα

μέσα σε σπάνιες αρτηρίες

λέξεων λαθραία ή ήχους πλανόδιων μουσικών

και δεν πληρώνει διόδια σε εθνικές οδούς

γλυστράει σε κακοτράχαλες

πλαγιές βουνών αγριοκάτσικο

στην αμοργό σερσέγγι τράγος

μέλισσα και γρύλος

κι ένα μικρό φρεσκοξυσμένο μολύβι

στο αριστερό τσεπάκι

του τζιν ενός νέου ποιητή

που όταν την συναντάει

χαράζει λέξεις πάνω στο μάρμαρο του τάφου του πατέρα του

ή της μάνας του το λευκό νεροχύτη

η ψυχή όταν ψυχή

συναντήσει

ρέει στο αυλάκι

που χύνεται στο μεγάλο χείμαρο της ζωής

ή στων πόλεων την αποχέτευση

κανείς δεν την βλέπει

κανείς δεν την ακούει

κι όμως αν τη δει ψυχή

σε ψυχή θα χύσει τις λεξεις

και το ποίημα ανασταίνεται

κι επιστρέφει

στις ψυχές που ψάχνουν

να καθρεφτιστούν στη γυάλινη

ψυχρή επιφάνειά του.

στρείδι

(γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη)

ασφυκτιά

μέσα σ αυτό το σώμα

σ αυτή την πόλη

σ αυτή την χώρα

σ αυτή την ήπειρο

σ αυτό τον πλανήτη

νομίζει πως θα εκραγεί

κάποια στιγμή

και οι άνθρωποι

μακρυά

σαπίζουν

χωρίς ελπίδα

να γίνουν κοπριά

σε νέα δένδρα και φυτά.

η αδυναμία

να τους γλυκάνει

έστω και λίγο

την διασπαράσσει

ανάβει το τζάκι

το αιρ κοντίσιον

το καλοριφέρ

κι όσο ζεσταίνεται εκείνη

τόσο νιώθει το κρύο

γύρω.

από που να ζητήσει βοήθεια;

φοράει το ποίημα

όπως το μαργαριτάρι το στρείδι του

και δεν θέλει

όχι δεν θέλει να βγει

απο εκεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

λουλούδια

μοίρασα σε βάζα τα λουλούδια

είκοσι πέντε κόκκινα τριαντάφυλλα

και είπα να

η ποίηση σου επιστρέφει

σιγά σιγά όσα της έδωσες

μέρα την μέρα κι απο κάτι

η ποίηση αγαπάει το πραγματικό

όπως το αίμα τη ζωή

κόκκινο

σαν τα τριαντάφυλλα που απέστειλε ο ανώνυμος θαυμαστής της

ευτυχεί η ποίηση όταν μια μέρα διασταυρωθεί  με τον ιδανικό της αναγνώστη

και έρχεται πλήρης ευγνωμοσύνης να του επιστρέψει κάτι τόσο δα

απο το σύγκρυο που την διαπέρασε

όταν η πόρτα άνοιξε και της είπαν αυτά τα λουλούδια είνα για σας

και το ποίημα πάγωσε μέσα στην θαλπωρή μιας τέτοιας προσφοράς

και ντράπηκε να δώσει το μικρό του φιλοδώρημα

στον κομιστή των λουλουδιών

ω ήθελε να του πει

μη με συνηθίζετε σε τέτοιες χειρονομίες

λένε βλέπετε κάποιοι

όταν ευτυχεί ο ποιητής

καταρακώνεται το ποίημα.

όμως εγώ δεν το πίστεψα ποτέ

σας ευχαριστώ καλέ μου φίλε

 

 

 

 

 

 

άκου τι μου είπε

 

γραφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

Κάποιος που δεν γνώριζα, τις προάλλες, μου υπαγόρευσε αυτό:
Δεν ξέρω γιατί, αλλά όλο και περισσότερο έχω την εντύπωση, ότι το ποιητικό γίγνεσθαι στην Ελλάδα, μοιάζει με κάτι παλιά λεωφορεία, πολύ πριν το μετρό, τίγκα στο κόσμο, στριμώγνονται οι άνθρωποι για να μπούν, σπρώχνουν ο ένας τον άλλο, γκρινιάζουν, αυτοί που είναι μέσα, λένε στον οδηγό: προχώρα μη σταματάς, δεν βλέπεις; δεν χωράνε ποὐ θα τους βάλεις, για τους άλλους που βρίσκονται στην στάση και περιμένουν ανυπόμονα να επιβιβαστούν. πρόσωπα τραβηγμένα στενάχωρα πρόσεξε ανθρωπέ μου κόλλησες πάνω μου, ακούγεται η στριγγιά φωνή μιας γυναίκας. Τι λες μωρή, απαντάει ο άλλος σε Μένα μιλάς γκιόσα. Ο κύριος με το πουκάμισο και το καθώς πρέπει για ποιητή ύφος στοχαζόμενος διαρκώς πάνω στην ανθρώπινη μοίρα στέκεται δίπλα στον οδηγό είναι μπροστά αυτός, ταγμένος. δεν κοιμάται αν δεν έχει διαβάσει έξι τουλάχιστον ποιήματα την ημέρα, ένα πριν και ένα μετά από κάθε γεύμα.. Αλλιώς μπουκιά δεν του καταβαίνει. Τον ακολουθούνε πιστά οι οπαδοί του. Ανθρωπάκια που πάλλουν σαν μικρή παιδική σημαιούλα την ευαισθησία τους και ταυτόχρονα διαβάλλουν με τον χειρότερο τρόπο τον συνομιλητή τους, που δεν μπόρεσαν ποτέ να ακούσουν, όταν γυρίσει το κεφάλι. Και οι άλλοι βρίσκονται. οι παληοί συμμαθητές καλών σχολείων, φτιάχνουν ομαδούλες που ο καθένας από αυτούς αναλαμβάνει να αποκαλεί τον άλλο ποιητή, όπως παλιά στο πανεπιστήμιο, οι φοιτητές της ιατρικής αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο, γιατρό, έβγαινες δηλαδή στο <μποχώρι> ή στην< ρεμπέτικη ιστορία> να ακούσεις κανένα ρεμπέτικο και να σου μια παρέα φοιτητών ιατρικής στην δίπλα παρέα, γειά σου γιατρέ ο ένας , γεία σου γιατρέ ο άλλος . έτσι και εδώ. ακούς η ποιήτρια κατερίνα καργιαζόπούλου, ο ποιητής άδωνης γεωρχίδης και πάει λέγοντας.πήρανε φόρα και κάτι κυριούλες, και λένε, τι; δεν μπορούμε εμείς να γράψουμε ποιήματα; δεν έχουμε εμείς στις δάφνες μερίδιο; και να οι ποιητικές συλλογές, χρυσές δουλειές τα ταχυδρομεία, χρυσοφόρες οι ποιητικές εκδόσεις για τους επιτηδείους . τέλος πάντων κατά κανόνα στην διάρκεια της διαδρομής ξεκατινιάζονται όλοι με όλους.
Ρε σεις ψυχραιμία. Που πάτε ρε. Δεν είναι η ποίηση ιδιότητα βρε, δεν είναι τίτλος ευγενείας, γαμώ το διάολό μου. Κατάσταση ισορροπίας τρόμου, γυναικείος οργασμός, θα τον πετύχεις ; θα φτάσεις; θα τελειώσεις; δεν πετυχαίνει πάντα αλλά άμα την δεις την πλυμμυρίδα, θα την αναγνωρίσεις από μακρυά αδερφάκι μου και μπορεί και να φύγεις μακρυά τρέχοντας γιατί καίει ρε, η πλυμμυρίδα της ποίησης, τσουρουφλίζει. Δεν είναι φτερό για το ξεσκόνισμα. Ο Πενθέας και οι βάκχες μαζί είναι η ποίηση, ο Μινώταυρος που δεν χορταίνει ποτέ και με τίποτα, αν δεν κατασπαράξει πρώτα εσένα…
Αν καταφέρεις και ξαναγεννηθείς, γύρνα πίσω και γράψε αν γουστάρεις, να γράψεις. Και
τότε δεν θα αντέχεις τα στριμώγματα στα λεωφορεία. Θα πάρεις τα βουνά τότε και θα κατεβαίνεις κάθε δέκα χρόνια σαν το Ζαρατούστρα.
Αυτά μου είπε, και έφυγε.

γράψε

μη σταματάς να γράφεις

κι αν αν σε κατέβαλα ως εμμονή

θα σαι για πάντα  αγαπημένος

γιατί χωρίς τα υγρά μας

να ανταλλάσσουμε

θα στερέψει ο τόπος

θα γίνει έρημος το τοπίο

οι ψυχές πεταλούδες

θα αναγνωρίζονται πάντα

και θα χορεύουν γύρω απο το φως

γράψε ψυχή μου

κι εγώ θα σε διαβάζω

με τις αισθήσεις μου όλες

όχι μονάχα με τα μάτια

γράφε μη σταματάς

γιατί λιπαίνεις

έτσι τις μηχανές

τους παρόντος μας.

Κάνε αυτό που ξέρεις καλά.

Μη πτοείσαι απ την άρνηση

απο τις αποτυχίες τα λάθη και τα πάθη

γράψε ψυχή μου. γράψε

 

 

 

θα τα λέμε

το δικαίωμα στην ουτοπία, αγαπητέ (σα να λέμε ένα στρέμμα χωράφι στο όνειρο) κανένας ορθολογισμός δεν θα το καταργήσει. συνιστά ποιητική κατάκτηση του ανθρώπου. ένα τρόπο να ζει με ομορφιά. οι ουτοπίες θα χαρίζουν πάντα σχήμα στο αδύνατο, θα δίνουν μορφή στα πράγματα για να παύουν να είνα ά-σχημα. και θα αποβλέπουν σε ένα δικαιότερο κόσμο.

κάποτε τον είπαμε υπαρκτό. θέλαμε να είναι, αλλά ποιος είπε ότι είναι εύκολο;
σαν πολιορκημένο μεσσολόγγι από την αρχή ως το τέλος , εδώ που τα λέμε, υπήρξε διαρκώς ο πρώην. συν τα εγγενή υπαρκτά, υπαρκτότατα προβλήματα και αδυναμίες κατέρρευσε το πείραμα.
κι αυτό τι σημαίνει; ότι θα παραιτηθώ απο την ελπίδα και το όραμα για καλύτερο κόσμο;

για να μη πω περισσότερα, τούτο μονάχα: μην πυροβολείτε τον πιανίστα, βρε παιδιά.
στους φίλους μου, ανανήψαντες αριστερούς, απευθύνομαι.
αριστερή σκέψη και ζωή, όταν δεν την υποβάλει η ανάγκη είναι επιλογή. είναι αισθητική.
και φυσικά το τι εννοεί ο καθείς όταν μιλάει για αριστερά είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα.
πάντως πιο εύκολα ορίζεται αρνητικά.
κι αν δεν είναι ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του και ακόμα περισσότερο η διακυβέρνησή του, που δεν είναι φυσικά,
δεν μπορεί πάντως ακόμα περισσότερο να βρίσκεται η λύση στο μητσοτακέικο και τους συν αυτό. εκτός αν κάθεστε στο ίδιο τραπέζι και περιμένετε με αγωνία να έρθει η σειρά σας για το μεγάλο φαγοπότι.

σκατά δηλαδή. αν περιμένεις κάτι από αυτούς κινείσαι στον αστερισμό της αφέλειας αν βέβαια δεν κινείσαι στον αστερισμό της σκοπιμότητας και του συμφέροντος, οπότε κι αυτή είναι μια άλλη κουβέντα. αυτά και άλλα εν καιρό.
γιατί δεν ζούμε στον κόσμο μας, οι ποιητές. εδώ κινούμαστε ανάμεσά σας. δεν είμαστε αερικά παρά μονάχα όταν το επιλέγουμε.
για αυτό…θα τα λέμε