πενήντα λέξεις

ΠΕΝΗΝΤΑ ΛΕΞΕΙΣ

όταν
αντιλαμβάνεσαι
ότι ο μόνος τρόπος
να εξακολουθήσεις
να αγαπάς
τους ανθρώπους
είναι να παραμένεις
μακρυά τους

κι εσύ
που έκρυψες
ένα μικρό,
-για πάντα-
από κοχύλι
κάτω απο το κεραμύδι
κράτησέ το
και φύλαξέ το
όσο μπορείς
σε παρακαλώ

κι ας αντηχεί
ουτοπία

σάμπως έχουμε
άλλον τρόπο
να ξημερώσουμε
τούτη την ατελείωτη νὐχτα;

τα χαϊκού της Ελσας

images-1.jpeg

Τα δώδεκα Χαικού της Έλσας

Η φοράδα σου
εσύ το άλογό μου
αν καλπάζαμε;

***
Θηλάζω το φως
με γέννησε η μέρα
και το σπέρμα σου

***
σφίγγω τα πόδια
οι μύες συσπώνται
τριαντάφυλλα

***
όταν κοιτάζω
το φεγγάρι την νύχτα
εσύ αλυχτάς;

***
όταν συνθλίβω
τον καρπό της ελιάς
μου βγάζεις λάδι

***
όταν χορεύω
με τους λύκους παρέα
εσύ χαίρεσαι;

***
τσάι του βουνού
φυτρωμένο σε κήπο
εμείς είμαστε;

***
εγώ αγρότισσα.
κάθε μέρα αρμέγω.
να το τυρί μου.

***
νυχτολούλουδο
περάσματα δικά σου
αναστάσιμα

***
δενδρολίβανο
συννεφάκι του κήπου
λιβελούλα σου

***
σε διαβάζω
και με διαβαίνεις
καλπάζεις. πίνω

***

διαθέτω θέα
με τις ώρες κοιτάζω
εσένα στο φως

ΕΛΣΑ ΠΡΙΜΑΒΕΡΑ

ιστορίες θέρους

Smilax_aspera_4.jpg

 ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΗΛΙΩΝΗ

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

κι εσύ ο Μίδας ;

τρως κάτι;

πίνεις;

ουίσκι, τσίπουρο, κρασί;

νερό; τουλάχιστον νερό

θα βγω στον κήπο και θα συλλέξω

τα κορίτσια που αγαπήθηκες

θα μπω στα εργοστάσια της ποίησης

και θα αποσυνδέσω τις μηχανές

θα ανιχνεύσω τα ίχνη σου

στην υδρόγειο του κορμιού τους

και στα γρανάζια

κάθε μηχανής που άγγιξες

θα χαρτογραφήσω

όλα σου τα περάσματα

θα καταγράψω

τα κατακρεουργημένα μέλη

τις τρύπες από βίδες που ξεχάστηκαν 

θα δημιουργήσω το εκμαγείο των χαδιών σου

κι εσύ ο Μίδας ;

τρως άραγε ποτέ;

πίνεις ουίσκι, τσίπουρο, κρασί; 

υπάρχεις η είσαι κατασκευή,

ένα αγαστό παιχνίδι 

θα κοιτάξω το φλυτζάνι του καφέ

να βρω το χρώμα των ματιών σου

θα αναζητήσω στα νεκροτομεία της πόλης

το κορμί σου να το συναρμολογήσω

πριν θαφτεί ολόκληρο κάτω από τόνους  

περιττωμάτων λέξεων

και κανένας δεν μάθει τίποτα για αυτό

ας  ήσουν το παιδί του συνεργείου

που του γελάω και μου γελάει κάθε πρωί

κάθε φορά που θα σε άγγιζαν τα χέρια μου

θα σηκωνόταν αέρας από τη γη και θα σκόρπιζε όλα τα

ποιήματα  που δεν έχουν σμιλευθεί πάνω σε σάρκα

κι εσύ ο Μίδας;

τρως άραγε ποτέ;

πίνεις ούζο τσίπουρο κρασί;   

η ποίηση θα ήταν μια παρωχημένη μηχανή

της βιομηχανικής εποχής

θα βρισκόμασταν

σε παληά εγκαταλειμμένα εργοστάσια ποιημάτων

θα σε μετρούσα με την γλώσσα μου

με τις παλάμες και τα πέλματα

άνεμος που ανακατώνει τα μαλλιά σου

βροχή που δέρνει το κορμί μου ρούχο

κρεμασμένο στο σύρμα πλάι πλάι με το δικό σου

φύλλο από μαθητικό τετράδιο

που το χει αρπάξει ανεμοστρόβιλος

και το χτυπάει

ποτάμι που καβαλίκεψα και εκείνο αφηνιάζει

οροσειρά που δρασκελίζω

από την δύση στην ανατολή

ο ταχυδρόμος που αφήνει τα γράμματα

σύννεφο που το διαπερνάω εγκάρσια

όπως ο σουγιάς το μήλο

χωρίς να λυώσουν τα φτερά μου 

και πες μου κάτι,

γιατί θέλω να σε φωνάξω

μαμά; ποιος ουρανός σε βάφτισε;

και συντελέστηκε στο έσω ξωκκλήση

ετούτο το μυστήριο;

ανοιχτό παράθυρο

This is the post excerpt.

cropped-images-4.jpeg

 

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

κάποτε μέσα από μιαν άσπρη τρύπα
μέσα σε ένα κεφάλι συντελέστηκε ένα άγριο αλισβερίσι
φωτός και σκότους
κατίσχυσε το φως
για αυτό το σπίτι ανοίγει στην αγορά

η μεγαλύτερη πρόκληση για τον καλλιτέχνη
παραμένει η έκθεσή του

να ζει με τέχνη
ίσως
και να πεθαίνει μ᾽ αυτή
ίσως όχι
ίσως αναληφθεί στους ουρανούς
σαν τον Απολλώνιο από τα Τύανα

μέσα απο το ανοιχτό παράθυρο
αφήνεται εκτεθειμένο
το έσω φως
επειδή η πίστη και η ανάγκη
να ανοιχτούν παράθυρα στο μεγάλο σύμπαν

κυκλοτερές περί γαίαν ελίσσεται αλλότριον φως

επειδή η διαφάνεια είναι τρόπος ύπαρξης της δροσοσταλίδας