ΕΛΣΑ

young-brunette-modigliani

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

έτσι ήταν το φυσικό της
να ποτίζει κάθε κυπαρίσσι
που πήγαινε να ξεραθεί
να μοιράζει σπόρους στα πουλιά
να πυρπολεί συχνά τα σύννεφα
…

και σαν το γέρικο αετό

να πλησιάζει τον Ήλιο

να καίγεται 
και να επιστρέφει

κάθε φορά 
πιο νέα

η φίλη μου. αυτή. την συνήθισα με τα χρόνια
περνάμε καλά μαζί. γελάμε πολύ
ποιήτριες από τη Θράκη
μας γράφουν ειρωνικά ποιήματα
διασκεδάζουμε.

Advertisements

ΜΠΛΕ

από την Μαργαρίτα Μηλιώνη

matisse_nude-745x1024

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

 

γαλάζιο το πέλαγο
κόκκινο το φιλί και το κορίτσι
κίτρινο φλουρί
στάχυ αθέριστο χρυσό
λίγο πριν πέσουν μέσα τα δρεπάνια
και το θερίσουν.
μεθυσμένη από ήλιο
διπλωμένη στα δυο
εκτινάσσεται καταρράκτης
το γαλάζιο το χέρι
το κίτρινο τα μαλλιά
το κόκκινο το πόδι

ο ομφαλός της ομφαλός της γης
μια κηλίδα αίμα
πως λάμπει
το δρεπάνι το δρεπάνι

την ξανάδε την μέρα που ανέτειλαν μπρος της
τα χρώματα του Matisse
το κολάζ της ζωής της
ώσπου έγινε μπλε

1999

μυστικά

cf87ceb1cf84ceb6ceb7cebcceb9cf87ceb1ceaecebb-ceb8ceb5cf8ccf86ceb9cebbcebfcf82-ceb7-cebdceb5cebacf81ceac-ceb8ceaccebbceb1cf83cf83ceb1-19

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

το πλοίο σέρνεται πλάι στο νησί
φίδι πλάι σε νεαρό κορμί
που το έχει κυριεύσει ο ύπνος

στο μεγάφωνο ανακοινώσεις και οδηγίες
σε περίπτωση κινδύνου
επτά βραχείς κι ἐνας παρατεταμένος συριγμός
σωσίβια προσωπικής χρήσης και
σωστικές λέμβοι

κάποιοι απο τους επιβάτες
παίρνουν θέση ύπνου

μια γυναίκα στο απέναντι κάθισμα κοιτάζεται σ ένα καθρέφτη
ισιώνει κάτι ρυτίδες κάνει γκριμάτσες
σφίγγει τους σιαγόνες κοιτάζει τα δόντια της
δοκιμάζει σέλφι με το κινητό

το βλέμμα μου χαιδεύει
το κορμί του νησιού που μένει πίσω
κλείνω τα μάτια ψηλαφίζω το στέρνο του

η ίδια οξυμένη αίσθηση (του τυφλού υποθέτω)
στα ακροδάκτυλά μου

αφυπνίζονται οι αισθήσεις του νησιού
ακμές αιχμές λόχμες και ένας καταρράχτης
ξεπηδάει από το βράχο

στο μεταξύ το πλοίο επιταχύνει
όλοι μοιάζουν ήσυχοι
κανένας δεν ταράζεται κοιμούνται

αλίμονο
μόνο εγώ ακούω τους επτά βραχείς και
τον έναν παρατεταμένο συριγμό;

απλώνει το χέρι της κι αναδεύει τη θάλασσα
το κορίτσι
θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται
μου λέει ησυχάζω γελάμε

πως μπαινοβγαίνουμε ρε της λέω
ανάμεσα στο ποίημα και τη πραγματικότητα
λες κι είναι ο διάδρομος
από το καθιστικό στην κρεβατοκάμαρα
από την Αμοργό στην Αθήνα και στους λογαριασμούς
οτε δεη κοινόχρηστα εφτά ώρες θάλασσα το χάος του δρόμου στο λιμάνι του Πειραιά η λεωφόρος Συγγρού τα ρούχα στα σκουπίδια ο άστεγος στο δρόμο
η τράπεζα αττικής τα περουκίνια οι πρόσφυγες ο πόλεμος η γενικός γραμματέας του οηε
η ευτέλεια της ζωής και η πολυτέλεια του ποιήματος
πως διάολο το καταφέραμε μου λες;
σσσσσσσσσσσσσσσσσ μου ψιθυρίζει το κορίτσι μη το πεις σε κανέναν

δεν της είπα κουβέντα για τους
επτά βραχείς και τον έναν παρατεταμένο
συριγμό διαρκώς στα αυτιά μου

διαθέταμε μυστικά
ακόμα και μεταξύ μας

λόγος γένους θηλυκού

d078086a3c1d041c63f9f4b5737bd46b

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

 

κολυμπήσαμε ερωτευμένα δελφίνια
στις μεσογείους
της μεγάλης χαράς και της μεγάλης λύπης
κάναμε παιδιά και τα παρατήσαμε

***

κάτω από το φλοιό της τρίβουν
τα χέρια τους
και ετοιμάζονται να χαράξουν τη γη
να ξεχυθούν ανυπόμονα ηφαίστεια

***
ποιος νοιάζεται για ένα ξεροκόματο εφήμερης δόξας
ποιός νοιάζεται για την καμένη σάρκα του
όταν τον καλεί η γη να του φορέσει την προβιά της

***
θα φεύγουμε και θα επιστρέφουμε
θα μπαίνουμε στα σοκάκια της Αμοργού
θα φτεροκοπάμε ένα σμάρι σπουργίτια
κάτω από τις σκιάδες της
και θα πετάμε στις χαραυγές του κόσμου

θα αγαπιόμαστε με τρόπους
που δεν έχει εφεύρει ακόμα το κορμί
θα χύνουμε ουρλιάζοντας
ανάμεσα στους λόφους
πάνω από τους λόφους

μέσα στην γλώσσα
και πέρα από την γλώσσα
θα παίρνει τη φωνή μας η γη
και θα την εξακτινώνει σε ένα σύμπαν
που μέρα την μέρα σταλάζει συνείδηση

***
και τ᾽ άπειρο βρήκε αγκαλιά και χώρεσε

***
από τότε τραγουδάει ο άνεμος στους λόφους της Αμοργού
γρέγος σιρόκος τραμουντάνα γαρμπής
ω το ανεμολόγιο
ό,τι αγάπησα είναι ονόματα αέριδων
εχθές το μαιστράλι τον κόλπο των Καταπόλων
ήρθε σαν επισκέπτης που έφερε ταραχή

***
με καταδιώκει ο ήλιος
με βρίσκει όπου κάθομαι
όλο αλλάζω θέσεις
κι όλο με ακολουθεί

***

ό,τι αγαπάς το απελευθερώνεις
***
οι εποχές
καταδίδουν τους ποιητές τους
περνούν μπροστά τους
και τους δείχνουν με το δάχτυλο
τους στήνουν στο τοίχο
τους πυροβολούν

***
έτσι μιλάνε τα κορίτσια στα μπαράκια της Αμοργού
τις μελετώ ενδελεχώς
με όση αγάπη μπορεί να απελευθερώσει
η γλώσσα και το κορμί
κατά τα λοιπά

υπάρχει παντού και πάντα η σιωπή
όσο κι αν διαρρηγνύουμε
ευφάνταστοι ποιητές τον υμένα της
εκείνη πάντοτε παρθένα

τα κορίτσια της Αμοργού

baby_lammfell_komfort_60-70-1000x1000ανταποκρίσεις σε συνέχειες απο το Καφέ των Κοριτσιών της Χώρας της Αμοργού

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

-είστε μια πρόκληση για το νησί έμαθα. οι άνδρες έμαθα, περιμένουν να ρθει η ώρα που θα ανοίξετε τα πορτοπαράθυρα και θα μπορέσουν να περάσουν για λίγο. ένα καφέ, μια ψημένη ρακή, ένα τίποτα
-ω ναι μου απαντάει το κορίτσι. όταν πρωτοανοίξαμε στη Χώρα, κανένας δεν μας μιλούσε, οι γυναίκες έστρεφαν αλλού το κεφάλι όταν περνούσαμε, για να μην μας πουν καλημέρα και οι άνδρες σκυθρωποί και αμίλητοι. αλλά να, που με τον καιρό ολο και συμβαίνουν περίεργα πράγματα. μας περιτριγυρίζουν συνέχεια. δεν μας αφήνουν σε ησυχία. αλλάζουν. μέρα την μέρα. τους βλέπουμε να αλλάζουν. μεταμορφώνονται. σα να ανακαλύπτουν σε περίκλειστα δωμάτια την φυλακισμένη τους νιότη και να την απελευθερώνουν. ναι υπάρχει μια δύναμη που αλλάζει τον αέρα.
τώρα δεν μας αφήνουν σε ησυχία. όλο περιφέρονται γύρω μας,
ξεθαρρεύουν κι όλο
κάτι ζητούν.
όλο κάτι ζητούν.

κι ένα κορίτσι είπε:

μακάρι να χα είκοσι έξι σύννεφα
και είκοσι επτά σπουργίτια να
σήκωναν ένα σπυρί σιτάρι την ψυχή τους
να την ταξίδευαν εκεί που ο πόνος
απόλεσε το ειδικό του βάρος
και εξαερώθηκε.
μακάρι να μουν ένα τραγούδι τρίλινο
να σκέπαζα τον ύπνο τους
μ ένα απαλό σεντόνι

κι ένα άλλο κορίτσι είπε:

μακάρι ναχα δέκα κορμιά
να τους τα χάριζα,
δέκα καρδιές στο πιάτο
δέκα κοχύλια να τους τα δινα
να ακούγανε τη θάλασσα
και τον αχό των οργασμών μου

μακάρι να χα δέκα στόματα
τριάντα έξι χείλη και εξήντα επτά θηλές
ίδια η πολύμαστος Άρτεμις
να δινα σ όλους από μία να θηλάζουνε
τις νύχτες που κυκλοφορεί
μαύρη νυχτερίδα στα ερείπια
ο φόβος που τους γέννησε.

να μη τους έβλεπα
να σπαράζουν στη μοναξιά
να λυώνουν από την στέρηση
να σκοτώνονται
σε ακήρυχτους πολέμους.
-κι όμως ο καθένας τους, σαν να αντιλαμβάνεται κάτι
σαν να νιώθει μια ευγνωμοσύνη ακαθόριστης αιτίας
γιατί όλο και κάτι μας αφήνουν στην αυλή.
έτσι ζούμε.

άλλος μια τυρόπιτα που έφτιαξε η μάνα του,
άλλος ένα παληό ρολόι του πατέρα του,
ευτυχώς που δεν λειτουργεί,
(αφού κολυμπήσαμε ίσαμε εδώ έξω από τον χρόνο
κι αυτή είναι η ελευθερία μας)

και κάποιος άλλος άφησε στην αυλή μας
ένα μαύρο άλογο. στιλπνό.
μ ‘αυτό ανεβοκατεβαίνουμε τα μονοπάτια της Αμοργού.

 

***
.η γλώσσα στους δρόμους.
αλήτης, κι άλλοτε γέροντας στα δρομάκια της Αμοργού
διπλωμένος στα δυο από την οστεοπόρωση
ή την αλισάχνη
-είναι το αλάτι που κατατρώει τα οστά; ρωτάει το κορίτσι
στηριγμένος στην βακτηρία του.
δεν μιλάει. δεν σηκώνει το λευκό του κεφάλι
δεν λέει καλημέρα. μόνο κοιτάζει
το πλακόστρωτο και περπατάει
στηρίξου στη γλώσσα όπως ο Αμοργίνος γέροντας στη βακτηρία του
κι άσ την να σε εφελκύσει στις ρωγμές
του εδώ και τώρα
όπως εκείνον τον οδηγεί
κάθε μέρα η βακτηρία του
στο χώμα.

να βρει τα ανάγλυφα των αισθήσεων η γλώσσα και να τα ψηλαφίσει.
να μελετήσει με σύστημα Μπράιγ τα ισουψή των κοριτσιών
της Αμοργού της Δράμας και του Μεσολογγίου
να βρει το στέρνο του και να το σημαδέψει
με το πιο βαρύ δοξάρι της
να απελευθερώσει από τα κλουβιά τους
όλα τα άγρια ζώα
να ξεχυθούν στους δρόμους
να γεμίσει η πόλη με λιοντάρια τίγρεις και αντιλόπες.

συνεχίζεται

το κεφάλι

work_057-1-1

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ

κατέβαινα το λοφίσκο στη Νικουριά
με το λευκό ξωκκλήσι
κι ένα καμπαναριό πιο πέρα
δυο ξύλινοι στύλοι
κι ένα δοκάρι που τους έτεμνε
η καμπάνα σαν το κεφάλι του καταδικασμένου
στο ικρίωμα
έτοιμο να κατρακυλήσει στην πλαγιά

και το βλεπα ότι αυτή η λέξη
αυτή η εικόνα εκεί και τότε
ήταν βέβηλη
όμως το ικρίωμα
δεν έφευγε
από τη γλώσσα ή την σκέψη μου
κι ήταν η λέξη
η λέξη ή η εικόνα ακόμα δεν μπορώ να πω

και έφυγα τρέχοντας από την λέξη και την εικόνα
κατρακυλώντας
εγώ το κομμένο κεφάλι μέχρι την μικρή παραλία

εκεί που
δυο νέοι ένα αγόρι και ένα κορίτσι
έπαιζαν με τα νερά γυμνοί μέσα στην θάλασσα
τα κορμιά τους λαμποκοπούσαν

του γαλάζιου αγλαίσματα
λαμπύριζαν τα νερά
κι έτσι όπως την κρατούσε πάνω στον όμο του
τα δυο της οπίσθια
-μοιρασμένο το κορμί της στα δυο-

έλαμπαν!

θεέ μου πώς έλαμπαν στον ήλιο

και τα πόδια της έλαμναν στον αέρα

το ικρίωμα έσβησε
η λέξη ή η εικόνα δεν ξέρω

και έμεινε το υπόλοιπο της μέρας
χαρισμένο στα υπέροχα οπίσθια του κοριτσιού
που δεν ήταν πια εικόνα αλλά ένα κατακόκκινο
καρπούζι που βάλθηκα να τρώω λαίμαργα
με τους χυμούς του
να τρέχουν στο λαιμό μου και να μην με νοιάζει,
δεκάρα δεν έδινα για τους κόκκινους λεκέδες
στα ρούχα μου.