ρευστά

images-5

γρἀφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

τα σπίτια στη χώρα της Αμοργού
χύνονται το ένα μέσα στο άλλο.
είναι ρευστά. δεν ξεχωρίζουν.
δεν επιδεικνύονται.
δεν επαίρονται. δεν κραυγάζουν.
μόνο υπάρχουν ήσυχα
στο δικό τους ξεχωριστό χωρόχρονο
στέκονται εδώ να, ξαπλωμένα στον ήλιο
κι ενώ δεν θέλουν τίποτα να πουν
όταν ρέει πάνω τους το φως
το αντανακλούν.
δεν το εγκλωβίζουν. δεν το ιδιοποιούνται .
δεν το νοσφίζονται. το διαχέουν. το διασκορπίζουν.

κρατημένα το ένα στο άλλο,
σε μια ενιαία και αδιαχώριστη ζωή
κι αυτή είναι η ομορφιά τους

***
όταν οι τουρίστες ένας- ένας, δυό-δυό η κατά μπουλούκια αποχωρούν
τα κορίτσια που σερβίρουν στα μπαράκια της Χώρας ξαποσταίνουν.
συχνά παίρνουν ό,τι χαρτί πέσει στα χέρια τους
και γράφουν με ένα αόρατο μελάνι.
γράφουν εξημμένες και υπέροχες
και μετά τσαλακώνουν τα μικρά τους χαρτάκια
και τα ρίχνουν σε γλάστρες
αφημένες στο πεζούλι
περνάω τις περισσότερες ώρες εδώ συλλέγοντας
και ισιώνοντας τσαλακωμένα χαρτιά

***
και τα κορίτσια κολυμπούν
σχεδόν διάφανα
σ, αυτόν τον εξαίσιο λυρισμό τους φωτός

***
κι ένα κορίτσι με κοίταξε ίσια στα μάτια και είπε:
και φταίω που όταν ρίχνω το βλέμμα μου
στα σύννεφα φλογίζονται τα κορμιά τους;
της χαμογέλασα.

***
τα σύννεφα στο νησί είναι ταξιδιάρικα, περαστικοί εκδρομείς μου λέει το κορίτσι, και μετά το άλλο κορίτσι γράφει, άστρο της αυγής έλα μην αργείς. η βραδυνή της επίκληση στα αστέρια η ένας αγαπημένος με σάρκα κι οστά που τον περιμένει να εμφανιστεί στο μικρό του γραφείο, στο δίπλανό σπίτι και να ακούσει τα πλήκτρα του να παίζουν;

***
οι κυριολεξίες συμπλέκονται με τις μεταφορές.
τα αστέρια και τα σπίτια στη Χώρα ανακατεύονται μεταξύ τους,
τα σύννεφα πέφτουν και μετά σηκώνονται,
νήπια που δοκιμάζουν περπατήματα.
όταν δουν ότι στέκονται στα πόδια τους, τρέχουν.

Συνεχίζεται

Advertisements

Όταν ακούς τα κορίτσια της Αμοργού

Henri_de_Toulouse-Lautrec_017Στο πιο ξεχωριστό καφέ της Χώρας της Αμοργού

Γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

(Στιχομυθία κοριτσιών της πρότελευταίας μέρας του Αυγούστου)
-γιατί έπεσε τόση θλίψη από τον ουρανό , σήμερα;
-δεν τα μαθες; φεύγει.
-ποιος φεύγει;
-μα… ο Αύγουστος
-μα θα ξανάρθει
-ναι… θα ξανάρθει αλλά
-αλλά τι;
-θα μας βρει εδώ;
-τι ερώτηση…
-δεν αντέχω τους αποχωρισμούς. να τον αποχαιρετήσεις για λογαριασμό μου. περάσαμε καλά να του πεις, θα τον περιμένουμε…
-να καθήσεις να του τα πεις εσύ
-μα δεν μπορώ… ο πόνος με τσακίζει…χάνω τις λέξεις, δεν θέλω να με δει έτσι, συρρικνωμένη, άσχημη , λυπημένη. όταν είμαι λυπημένη, αποστρέφομαι τις συναντήσεις και τα συναπαντήματα. ακόμα περισσότερο μαζί του. ήταν ο καλύτερος να του πεις. των τελευταίων ετών. δεν αντέχω τους αποχωρισμούς. το ετοιμόρροπο οικοδόμημα και η εύθραυστη ισορροπία του θα καταρρεύσουν εντός ολίγου. απόκαμα.
-σώπα. μη μιλάς έτσι.
-όπως θέλω θα μιλώ
-τόσα χρόνια πάνε. ακόμα δεν συνήθισες; κάθε χρόνο τα ίδια.
-το ξέρεις δα ότι δεν είναι το ίδιο. ποτέ δεν είναι το ίδιο. μακάρι να μην είχα γεννηθεί άνθρωπος. αλλά πέτρα. έχει δίκιο ο Γεράσιμος. πέτρα. κάθε μέρα παλεύω να κερδίσω την αταραξία της και κάθε βράδυ χάνω την μάχη. βαρέθηκα. απόκαμα να πολεμάω τόσα χρόνια πολεμιστής. ν ᾽αφήσω κάτω την πανοπλία μου και να ξεκουραστώ
-και γιατί δεν το κάνεις.
-έλα ντε
-γιατί γουστάρω τους Αύγουστους;
-και τους Μάηδες μήπως;
-και του Γενάρηδες γιατί όχι και τους …. μόνο το Μάρτη και το Σεπτέμβρη δυσκολεύομαι λιγουλάκι .

-χαχα άρχισα να συνέρχομαι.σώπα, λίγο ακόμα και θα την σκαπουλάρουμε και φέτο.
-έχεις ανάγκη εσύ; έτσι δεν σου λένε συνήθως;
-έλα ντε;
-και γιατί παίρνουν οι άνθρωποι, τις πέτρες της δυστυχίας τους και σε πετροβολούν; γιατί γυρεύουν πάντα κάποιον άλλο υπαίτιο της δικής του δυσκολίας. γιατί δεν αναλαμβάνουν τη γαμημένη τους ζωή. ήθελες να αφήσεις να φανεί ότι γίνεται. μόνο αυτό. δεν γαμιέται;

όταν έχεις μάθεις την γλώσσα των αέρηδων την ώρα που περνούν στα σοκάκια της Χώρας σφυρίζοντας αδιάφορα, όταν οι πέτρες σε ζεσταίνουν καθώς ξαπλώνεις πάνω στο θεόγυμνο κορμί τους,
όταν έχεις θηλάσει την νύχτα και το φως της μέρας, όταν έχεις κλείστεί στη φυλακή του κορμιού κι έχεις εκτίσει την ποινή σου που γεννήθηκες γυναίκα,
όταν ζάρωσες στην άκρη σαν άδειο ράσο,
παπά νησιώτη και σ´ άρπαξε ένα φλάμπουρο
και σε έκανε πανάκι
μέσα στου Αιγαίου την καταιγίδα

-ω γλυκιά μου γαμημένη πατρίδα
πονώ και σκάβω
σκάβω και πονώ
ήθελα τόπο
και βρήκα βωμό
ήθελα σάρκα
και βρήκα θεό

-κλέισαμε για σήμερα! ακούτε;
κλείσαμε. έξω! όλοι έξω!
έξωωωωωωω από εδώ. κι ούτε αύριο θα ανοίξουμε.
θα κατεβούμε στην θάλασσα να κολυμπήσουμε.
να πάτε να γαμηθείτε.
όλοι.

 

 

λαθραία ακρόαση

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

c7132da57bf93d9bca3e56f8084549a6

μια γυναίκα δίπλα μου μιλάει στο τηλέφωνο.
στήνω αυτί. επαγγελματική διαστροφή.
καταγρἀφω ό,τι ακούω:

<<έχω πλάι μου κάποιους φίλους σε τούτο το ταξίδι
δεν είμαι μόνη μου. έχω μαζί μου το βλέμμα τους
με κοιτάζουν γλυκά και λιγωμένα είναι οι δικοί μου άγγελοι
τους γνωρίζω έναν έναν με τα μικρά τους ονόματα
είναι κοντά μου. κάποιους από αυτούς δεν τους έχω δει ποτέ
αλλά βρίσκονται εδώ να. μα ναι η ψυχή ξέρεις…
το ξέρω πως δεν πιστεύεις σ αυτά
δεν είδες ποτέ την ψυχή σου να σκαρφαλώνει
στις ράχες της Αμοργού σαν αγριοκάτσικο
ακούω την ανάσα τους. πες ό,τι θες
αυτό το καλοκαίρι, δεν είμαι μόνη.

εχθές το βράδυ ένα μαύρο κατσίκι, μόλις που πρόλαβα και το είδα,
είχε στρογγυλοκαθήσει καταμεσής στην άσφαλτο.
πρέπει να προσέχει τα κατσίκια κανείς όταν οδηγεί σ, αυτό το νησί.
να ᾽χει τα μάτια του ανοιχτά. να ξέρει που κοιτάζει.
όχι δεν είναι νησί. η Αμοργός είναι ιδέα. γελάς;
πολύ χαίρομαι που σε κάνω να γελάς. ακόμα κι αν γελάς μαζί μου.
είναι μεγάλο πράγμα να μπορείς να γελάς.
δεν συμφωνείς;
ναι η Ρούλα μου έδωσε το σπίτι της
στην Χώρα. έχει τα κλειδιά η Ευαγγελία, μου είπε
να πας να τα πάρεις
είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος, δεν βρίσκεις; πάλι γελάς;

διαβάζω Σεφέρη σα να είναι η πρώτη φορά …
…μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουν τους ασημένιους σπάγκους και
το φλασκί των ανέμων αδειάζει. Το γεμίζω και αδειάζει.
το γεμίζω κι αδειάζει, ξυπνώ…
κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή δεν τους βλέπεις;
-βοηθήστε μας!-
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

ξεσπάω σε κλάματα
δεν το αντέχω αυτό το ποίημα
με υπερβαίνει με πονάει με τυρανάει
τις νύχτες που κοιμάμαι
δεν κοιμάμαι
ευτυχώς που τυλίγομαι στο κορμί
του φανταστικού μου εραστή
δεν νιώθω μόνη αυτό το καλοκαίρι
στο είπα. τους έβλεπα. τους βλέπω
ναι η πυγολαμπίδα είνα μια γυμνή ψυχή
μέσα στο σκοτάδι λάμπει μια στιγμή και μετά…
είμαστε πολλοί. δεν είμαι μόνη μου
υπάρχουν πνεύματα αγνά. πάψε να με κοροιδεύεις.
όχι δεν είμαι έτοιμη για μοναστήρι
σ αφήνω. ένα όμορφο πλάσμα εδώ να, με κοιτάζει. γελάει.
ίσως πρόσεξε που γελούσα.
όποιος γελάει στις μέρες μας μοιάζει με πλούσιο. όλοι τον θέλουν κοντά τους
σου λέω δεν είμαι μόνη αυτό το καλοκαίρι…>>

εδώ τελείωσε η λαθραία ακρόαση.
η γυναίκα έπιασε κουβέντα.
μα τι λένε και ξεκαρδίζοται στα γέλια;
καμιά σχέση με την σονάτα του Σεληνόφωτος πάντως.
κρατιέται καλά. και προπαντός το λέει η ψυχή της.
ζηλεύω.

 

άλικο νεύμα

ΠΟΙΗΤΗ

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

άλικο νεύμα
το αίμα είναι ο πιο δύσκολος λεκές
κι αυτό κάθε γυναίκα το γνωρίζει

το γνωρίζει η Λαίδη Μάκμπεθ,
η Μήδεια και η Κλυταιμνήστρα

το γνωρίζει η Εκάβη, η Άτοσσα
κι η Άνοιξη που αιμορραγεί σε πράσινα λιβάδεια

το αίμα είναι ο πιο δύσκολος λεκές
το γνωρίζουν οι επαναστάτες και οι δολοφόνοι

το γνωρίζουν τα χιόνια τα χρόνια
η Άννα η Λίλη κι ο Μαγιακόφσκι

το γνωρίζει η γυναίκα
που καθαρίζει τα σεντόνια

το γνωρίζουν τα αηδόνια κι ο αετός
ο έποπας και του έρωτά της τα πνευμόνια

το αίμα είναι ο πιο δύσκολος λεκές
το γνωρίζουν οι πουτάνες οι νοσοκόμες κι οι αλήτες

το γνωρίζουν οι κύκνοι, οι άγγελοι
και τα πρεζόνια

το αίμα είναι ο πιο δύσκολος λεκές
το γνωρίζουν οι επέτειοι κι οι μεγάλες γιορτές

το γνωρίζουν οι μέρες οι ώρες κι οι ποιητές
το γνωρίζουν οι λέξεις και οι προσευχές

ω! ναι το γνωρίζουν οι λέξεις
και οι χαραυγές

το γνωρίζουν ο κόλπος της Αιγιάλης
της Άρτας το γεφύρι κι η Σαλαμίνα

το αίμα που άφησες μια μέρα στη σελίδα
το αίμα αγαπημένε η πράσινη ελπίδα

Η ΑΝΝΑ

84705-004-B4C00CAB

ΔΙΗΓΗΜΑ
γράφει η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΗΛΙΩΝΗ

– Αννιώ πού σεργιανάς μεσημεριάτικα; θα σε κάψει ο ήλιος κι ύστερα άντε να βρεις γαμπρό.
-Δεν μπορώ να σταθώ στο σπίτι μου κυρα- Αγγελική, δεν μπορώ σου λέω, δεν ξέρω τι με πιάνει, όλο τους δρόμους θέλω να παίρνω, και δεν με νοιάζει για τον γαμπρό, δεν με νοιάζει σου λέω, μόνο να φύγω θέλω, να φύγω και να μην ξαναγυρίσω. Πνίγομαι στο χωριό, πνίγομαι και οι τελευταίες λέξεις δεν ακουστήκανε καλά, καθώς τις είπε με την πλάτη γυρισμένη, την στιγμή που έφευγε τρέχοντας σαν νεαρή ελαφίνα, που δοκιμάζει τα ψηλά της πόδια.
Αύγουστος μήνας, λιοπύρι, οι καλαμιές έτοιμες να αρπάξουνε φωτιά, ψυχή στο δρόμο, μόνο τα τζιτζίκια γραντζουνίζουν ασταμάτητα την κάψα του καλοκαιριού.
– Αχ η Θυμιώ, χάθηκε η Θυμιώ, τρελή της βγήκε η θυγατέρα, αλλαφροίσκιωτη κι έφτυσε στον κόρφο της η κυρά Αγγελική, συνέχισε τον δρόμο της και έδεσε το μαντήλι της που ήταν έτοιμο να της πέσει, να πάει να ποτίσει το μποστάνι γιατί με τούτες εδώ, τις ζέστες κάρβουνο θα γίνει, κάρβουνο.

Καθήσανε στο κήπο το βράδυ, φύσηξε κι ένα αεράκι, ανάσα ήτανε, κι έφερε και μια ευωδιά από νυχτολούλουδο που ανάσταινε νεκρούς.
Με το που το χάραξε το καρπούζι ο Νικόλας, ο άνδρας της Θυμιώς, άνοιξε στα δυό και εκείνος είπε, το πέτυχες σήμερα το καρπούζι, όχι σαν τις προάλλες που ήτανε κολοκύθι.
Κι απορίσανε οι γυναίκες που έμεινε στο σπίτι ο Νικόλας, και δεν βιάστηκε μετά το φαγητό να φύγει για τον καφενέ, να προφτάσει να ακούσει τις ειδήσεις. Κάτι τον έτρωγε, κάτι γυρόφερνε από εδώ γυρόφερνε από εκεί, έκανε να φύγει η Αγγελική να αφήσει τους νοικοκύρηδες μοναχούς, θα χουνε να κουβεντιάσουν τα δικά τους.
– Κάθησε, εσύ είσαι του σπιτιού, της έγνεψε η Θυμιώ, μια πόρτα ήτανε, την ίδια μέρα ήρθανε νύφες στο χωριό κι ήτανε κι οι γαμπροί γειτόνοι.
– Την πήρα την απόφαση, αύριο θα πω το ναι στον Λάμπρο, είπε ο Νικόλας κι έβαλε ένα μεγάλο κομμάτι καρπούζι στο στόμα του και το έφαγε μονοκοπανιά, και νοικοκύρης είναι και λεβέντης, και η θυγατέρα σου θα μαζευτεί και θα συνέλθει.
Στο κατώφλι στεκόταν εκείνη την στιγμή η Άννα και άκουσε τα λόγια του πατέρα της και πισωγύρισε δυο βήματα κι έτρεξε στην ντουλάπα, έριξε δυο βρακιά και ένα φουστάνι τσίτινο που της είχε χαρίσει η νονά της, σε μια νάυλον τσάντα κι έφυγε από την πίσω πόρτα κι αν την έβλεπε κανείς πώς έτρεχε μέσα στην νύχτα, θα την έπαιρνε για αερικό. Βγήκε στην δημοσιά κι έτρεχε και φόβο δεν ένιωθε τι πράγμα είναι. Την νύχτα την αγάπαγε η Άννα και τώρα που ήταν και γιορτή στον ουρανό Αύγουστο μήνα ένιωσε καλεσμένη και περπάταγε που και που σταματούσε και κοίταζε τα αστέρια και μετά όλο πάλι έτρεχε, ολοεένα έτρεχε, και τη ευρήκανε τα ξημερώματα…

Τρελάθηκε η Άννα του Νικόλα, είπανε στο χωριό, την πήρε ο πατέρας της με το αγροτικό, η μάνα της δεν μίλαγε, μόνο κυλάγανε στα μάτια της τα δάκρυα, σαν δροσοσταλίδες σκεφτότανε η Άννα, και την πήγανε στο γιατρό στην πόλη. Τούς άκουγε ο γιατρός αμίλητος κι όλο κάτι σημείωνε, κεφάλι δεν σήκωνε. Τους ρώταγε για την οικογένεια κι αν υπάρχει κανένας άλλος γιαγιά παππούς, θείος θεία με πρόβλημα κι όλο σημείωνε ο γιατρός, η μάνα έκανε κάτι να πει, την αγριοκοίταξε ο Νικόλας και πήρε την υπόθεση πάνω του.
-Παίρνει το δρόμο, γιατρέ κι ούτε ξέρει για που τραβάει, κι άλλοτε κλείνεται στο σπίτι, κάθεται σε μια γωνιά κι ούτε μιλάει και μια μέρα, την τσακώσαμε στο πηγάδι, όρκο παίρνω γιατρέ, έτοιμη να βουτήξε ήτανε.
-Έχει μανιοκατάθλιψη το κορίτσι, τους είπε ο γιατρός, και ο Νικόλας τον ρώτησε,
-Τρελή είναι γιατρέ; τρελή είναι; όχι ακριβώς, αλλά ίσως χρειάζεται να μείνει για ένα διάστημα σε κλινική γιατί χρειάζεται παρακολούθηση.

Έτσι ταξίδεψε η Άννα, πήγε στην πόλη, κοίταζε γύρω τα φώτα κι έλεγε πέσαν τα αστέρια απο τον ουρανό και τον αφήκανε ρημάδι.
Κι έκλαιγε η μάνα της, και του έλεγε να μην το αφήσουμε το κορίτσι μας εδώ μέσα, εγώ μέρα και νύχτα θα την φυλάω, καθόλου δεν θα φύγω από κοντά της , στο σπίτι μας να το έχω το Αννιώ μου, δεν έχει το παιδί μου τίποτα, ανένδοτος ο Νικόλας, ήθελε και να κατεβεί για πρόεδρος, του το πρότεινε και ο αστυνόμος, εσένα θα υποστηρίξουμε, η επανάστασις έχει ανάγκη από υγειή στοιχεία και ο Νικόλας σκεφτόταν αν την κλείσει μέσα, θα το ξεχάσει σε λίγο το χωριό, κι ύστερα θα τον συμπονέσουνε κιόλας, αλλά αν την αφήσει στο χωριό με τα καπρίτσια της, στο στόμα θα τους έχει το χωριό συνέχεια.
Εκλαψε, χτυπήθηκε η Θυμιώ, το σπλαχνο μου κακούργε, για να την αποφύγει ο Νικόλας, μόνο για λίγο, της είπε, μόνο για κανένα μήνα μέχρι να καταλάβει και να συνέλθει και να μην παίρνει τους δρόμους και μας ρεζιλεύει στο χωριό, θα γλυτώσω και την προίκα σκέφτηκε, αλλά δεν το ξεστόμισε.
Έβαλε την Θυμιώ με την φοβέρα στο αγροτικό και κατεβήκανε στο χωριό χωρίς την Άννα.
Οδηγούσε το αγροτικό και γύριζε κάθε τόσο και κοίταζε την γυναίκα του, του άρεσε και του παραάρεσε του Νικόλα η ιδέα της προεδρίας, στο κάτω κάτω, κάνει της Θυμιώς, εγώ ήμουν εθνικόφρονας από τα γενοφάσκια μου, και την επανάσταση την υποστήριξα από την πρώτη μέρα, όταν τον άκουσα τον αρχηγό στο διάγγελμά του στην τηλεόραση- μεγάλη μέρα- τόπα μέσα στο μαγαζί σ᾽όλους μπροστά κι ας τόξερα πως ήταν και οι άλλοι μέσα, αυτός θα μας σώσει φώναξα, ζήτω η επανάστασις, θάνατος εις τον κομμουνισμόν, κι άδειασε τότε το καφενείον, σαν βρεγμένες γάτες φύγανε και ο καφετζής έκανε ότι έπλενε τα ποτήρια. Μείναμε με τον Παναγή και τον Γιώργακα και πίναμε και τραγουδάγαμε μέχρι το πρωί, και να που τώρα η επανάστασις αναγνώρισε τας υπηρεσίας που έχω προσφέρει εις το έθνος. Δεν μίλαγε η Θυμιώ, το κορίτσι της σκεφτόταν και το μίσος της φούσκωνε το στήθος όμοια όπως φουσκώνει ο Ξεριάς τον χειμώνα και αφηνιάζει και παίρνει όσα το καλοκαίρι έχει μαζέψει ο ξεροπόταμος, και τα ξερνάει ίσαμε την θάλασσα.
Έτρεχε το αγροτικό στο δημόσιο δρόμο κι άφηνε πίσω του το ένα μετά το άλλο τα δένδρα, σκιές, όπως τα χρόνια που πέρασε μαζί του, σκέφτηκε την πρώτη νύχτα του γάμου της, έπεσε πάνω της και βόγκαγε κι εκείνη πονούσε κι έτρεμε, κι όταν σηκώθηκε κι άναψε την λάμπα και έψαχνε το σεντόνι, εκείνη καθησμένη στο κρεβάτι ψηλό σουμιέ και το κεφάλι στα χέρια, -πουτάνα, την άρπαξε από το μπράτσο και την πέταξε από το κρεβάτι , Μια ολοστρόγγυλη κατακόκκινη κηλίδα, στη θέση της έσωσε την τιμή της, κι έτσι περάσανε τα χρόνια, και η Άννα έγινε η ζωή της , την έπαιρνε μαζί της στα χωράφια, έκοβε λουλούδια και στόλιζε τα μαλιά της, την έβλεπε να μεγαλώνει και νάναι τόσο όμορφη, τόσο όμορφη που δεν το ομολογούσε ούτε στον εαυτό της , φοβόταν μη την ζηλέψει ο θεός και της την πάρει.
-Θα γίνω πρόεδρος και θα τους δείξω εγώ, τι πάει να πει Νικόλας.
– Όπως έδειξες και στο Γρηγόρη και στο γιό του, ξέφυγε μέσα απο τα δόντια της Θυμιώς η οργή κι έπειτα όμοια με βρόχο που την έπνιγε και δεν άντεχε πια να κρατηθεί
-Όχι θ άφηνα να σαλιαρίζει με την κόρη σου τον γιο του βρωμοκομμουνιστή, τον αλήτη και κοκκίνησε από θυμό, έννοια σου, τους ταχτοποίησα καλά και τους δυο. Ο ένας στην Γιούρα κι ο άλλος στον αγύριστο, έκλεισε τα μάτια της η Θυμιώ, λες και τούτο θα την βοηθούσε να μην ακούει και να μην νιώθει, όμως δεν τα κατάφερε, και είδε μπρόστά της τα μάτια της Άννας, της Άννας της, την ημέρα που συλλάβανε τον Λευτέρη, μέρα μεσημέρι μπήκανε στο σπίτι του τρεις χωροφύλακεςκαι το χτυπούσαν το παληκάρι, κι ο πατέρας του έπαθε συγκοπή, άδεισαν ξαφνικά τα μάτια της Αννούλας σαν πηγάδι που στέρεψε και πια δεν ξαναγέμισε, μόνο μέρες μέρες φωτιζόταν η όψη της από ένα απόκοσμο φως, και έτρεχε τότε όλο στα χωράφια…

Συνάντηση Με τον Σεζάν

image

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΘΕΡΟΥΣ 5

Αν συμφωνείς ότι
Διατήρησε μια γλυκήτητα
Παιδική μπορείς να την πεις
έχει το δίχως άλλο
Να κάνει με μιαν απόσταση που
κρατάει όσα χρόνια τον θυμάμαι
από τους ανθρώπους
Όσο λιγότερο Τους συναντώ
Μου είπε τις προάλλες
(Με περίμενε πλάι στο φράχτη
και με φώναξε. Έμαθα
ότι σ αρέσουνε, μου είπε Και μου πρόσφερε ένα καλάθι σύκα)
Τόσο μπορώ ακόμα να τους αγαπώ.
Κάθε φορά που τους πλησίασα περισσότερο
Γύρισα στο σπίτι μου με πόνους στο κορμί
Στα πόδια και στα γόνατα
Οι άνθρωποι αλίμονο
Γνωρίζουν να σε κάνουν να πονάς.
Μου είπε, Τα δένδρα ποτέ. Όμως
Τα δένδρα δεν χαμογελάνε,
Του είπα γελώντας
Ποιος το είπε, μου λέει

Γιατί; γύρισες ποτέ να τους
Πεις ένα αστείο; Ξεκαρδίζονται, μου είπε
Ναι αλλά τα δένδρα δεν αγαπάνε
Του είπα
Και τότε στάθηκε σιωπηλός
Κι εγώ έκανα να φύγω
Κι είδα τότε ένα
Ηλιακό χαμόγελο
Στο πρόσωπό του
Τα δένδρα Είναι Αγάπη Πορτοκαλένια μου
Μου είπε, Είναι Αγάπη.
Πήρα το καλάθι μου
Και γελούσα στο δρόμο Μοναχή μου
Είμαι μια Πορτοκαλένια
Που της αρέσουνε τα σύκα
Σκεφτόμουνα. Και συνέχισα
Να κλωτσάω ένα κουκουνάρι
Σαν ένα γυφτόπουλο
Που παίζει με το φεγγάρι.

πενήντα λέξεις

ΠΕΝΗΝΤΑ ΛΕΞΕΙΣ

όταν
αντιλαμβάνεσαι
ότι ο μόνος τρόπος
να εξακολουθήσεις
να αγαπάς
τους ανθρώπους
είναι να παραμένεις
μακρυά τους

κι εσύ
που έκρυψες
ένα μικρό,
-για πάντα-
από κοχύλι
κάτω απο το κεραμύδι
κράτησέ το
και φύλαξέ το
όσο μπορείς
σε παρακαλώ

κι ας αντηχεί
ουτοπία

σάμπως έχουμε
άλλον τρόπο
να ξημερώσουμε
τούτη την ατελείωτη νὐχτα;